Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Τα βιβλιοπωλεία της διπλανής πόλης

Με γνώση και μεράκι αντιστέκονται στις μεγάλες αλυσσίδες και στην κρίση. Τα έχουν άνθρωποι οι οποίοι δίνουν αγώνα επιβίωσης. Τα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς δεν είναι «πεταμένα» μαγαζιά στο πουθενά. Η συνοικία, όταν δεν κατεβαίνει στο κέντρο, τα στηρίζει, γιατί πάνω σ' αυτά έχει επενδύσει την αμεσότητα της επικοινωνίας. Εχουν το προνόμιο αυτά τα «μικρά» να μεταμορφώνονται, ιδιαίτερα κάτι Σάββατα, σε άτυπες λαϊκές συνελεύσεις ανταλλαγής ιδεών. Ο χάρτης των μικρών βιβλιοπωλείων δεν είναι μεγάλος. Ο αριθμός του, όμως, μπορεί να φέρει την αλλαγή. Αυτά τα βιβλιοπωλεία, κόντρα στις μεγάλες αλυσίδες, θα γνωρίσουν μεν την κρίση, απ' ό,τι δείχνουν τα πράγματα, αλλά δεν θα βουλιάξουν. Γιατί ικανοποιούν την ανάγκη του καθενός μας να αγαπήσει το μικρό, που είναι όμορφο. Και το όμορφο είναι ένας κόκκος αλατιού στη μαύρη, έτσι όπως κατάντησε, ζωή μας. 


«Βιβλία Βιβλία», Πατησίων
Ο Χρήστος Δαρδανός κατάγεται από την Υδρα, αλλά δεν έχει επάνω του τίποτα από ήρωα του 1821. Ούτε ευρύ μέτωπο, ούτε ευρύ στέρνο, ούτε μάτια που κοιτάζουν κατάματα το συνομιλητή του. Ρίχνει τα μάτια χαμηλά, πίσω από τα μυωπικά γυαλιά του, φωτογραφίζεται με το ζόρι, είναι σαν να βγαίνει στο φως από μια υπόγεια φυλακή. Και σε τέτοια μετατράπηκε η κάποτε φωτεινή στοά «Μπρόντγουεϊ» άλλων εποχών και αλλοτινών καιρών, όταν η Αγίου Μελετίου, που γωνιάζει με την οδό Πατησίων και «κοιτάει» προς την Κυψέλη, ήταν το κέντρο της αστικής Αθήνας. Της Αθήνας όπου στους δρόμους συνυπήρχαν αστοί, μεσοαστοί, μικροαστοί, εργάτες χειρώνακτες, χωρίς τίποτα να τους χωρίζει.
Τώρα είναι η στιγμή της συνάντησης των οικονομικών μεταναστατών με τους εναπομείναντες Αθηναίους και τους επήλυδες της περιφέρειας. Από αυτή τη συνάντηση δημιουργείται πολλές φορές ένα εκρηκτικό μίγμα συγκρουσιακής χημείας επί δικαίους και αδίκους. Το βιβλιοπωλείο «Βιβλία Βιβλία», με την παλιομοδίτικη χίπικη επιγραφή που έχει πάνω της τη σκόνη του '70, αφού πρωτάνοιξε το 1973, ένα χρόνο πριν πέσει η δικτατορία. Πρώτος ιδιοκτήτης ο πατέρας Δαρδανός. Στα οκτώ χρόνια, το 1981, μπήκε στην επιχείρηση ο γιος Χρήστος, ο οποίος παράτησε την τότε Βιομηχανική Πειραιά. Μετά ο γιος έγινε πατέρας.
Το 1996 το λιλιπουμαγαζάκι με μεγάλη βιτρίνα στη στοά, στο οποίο χωράνε ίσα ίσα ο ιδιοκτήτης και ένας πελάτης, κόντεψε να βάλει λουκέτο. Η στοά ακόμη ευημερούσε, ζώντας από τις τελευταίες μέρες της ακμής του.
«Ηθελα να κλείσω και επειδή είχα πολλά βιβλία σκέφτηκα να τα βγάλω στην είσοδο της στοάς», θυμάται ο 57χρονος Χρήστος Δαρδανός το πώς ένιωσε τη χρονιά της κρίσης. Σ' αυτό το σημείο επί της οδού Αγίου Μελετίου «τσίμπησε» πελατεία. Τότε λειτούργησε το «φτωχό» του μυαλό και άρχισε να συγκεντρώνει τα αντίτυπα βιβλίων ενός «κατώτερου θεού»: τα ταλαιπωρημένα, τα χτυπημένα, αυτά τελοσπάντων που οι εκδότες τα θεωρούν κακέκτυπα. Το λαμπάκι του μυαλού είχε ανάψει: όλα τα βιβλία με έκπτωση 50% επί της αρχικής τιμής του καταλόγου του εκδότη. Δεν δημιουργήθηκαν ουρές, αλλά το «φίδι» της επιβίωσης είχε πάψει να φωλιάζει μέσα του.
Αυτός ο άνθρωπος της ανήλιαγης στοάς εξακολουθεί να διαβάζει εφημερίδα και να ενημερώνεται από αυτήν με το φανατισμό των πρώτων χριστιανών. Δεν είναι προς κοροϊδία η επιλογή του. Πηγαίνει κάθε μεσημέρι στο περίπτερο να την αγοράσει τελετουργικά. Την απολαμβάνει, την ξεκοκαλίζει, όπως και τα περισσότερα βιβλία που εμπορεύεται. Τα εμπορεύεται; Τα χαρίζει. Λιγοστές οι ανάγκες του κι ας έχει δύο παιδιά.
Οι ηλικίες οι οποίες δεν φοβούνται να μπουν στα «Βιβλία Βιβλία» είναι από 40 έως 60 ετών, ενώ από αυτές το 80% είναι γυναίκες και κυρίως αναγνώστριες αισθηματικών μυθιστορημάτων. Οι ξένοι δεν αγοράζουν, εκτός από κανένα λεξικό.
Η τελευταία δεκαπενταετία ανέβασε τις μηχανές της παραγωγής τίτλων, που στην πλειονότητά τους αξίζουν. Ξεχωρίζει την εκλαϊκευμένη επιστήμη. Από τα μυθιστορήματα, την ογκώδη «Ιστορία του Ζιλ Μπλας ντε Σαντιλιάν» του Αλέ Ρενέ Λεσάζ.
Κρίση και πάλι κρίση. Η απάντηση: Μαρκ Ρος «Η Τράπεζα. Πώς η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο» και Ναόμι Κλάιν «Το δόγμα του σοκ. Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής». Και ο χρόνος που σταμάτησε, μετά από μία βιβλική καταστροφή αξιών: Καβάφης, Καζαντζάκης, Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος. 

«Κλεψύδρα», Νέος Κόσμος
Η Σοφία Μπαζανή, στα 49 της χρόνια, δεν έχει τίποτα το υστερόβουλο στο βλέμμα της. Το βιβλιοπωλείο της «Κλεψύδρα», χωμένο στη μικροαστική περιοχή - πολυκατοικιούπολη του Νέου Κόσμου, επιβιώνει από την ίδια της την ενέργεια. Κι όταν την έχει χάσει, την ξαναβρίσκει μέσα από την επικοινωνία των συστηματικών πελατών της. «Κατά συνείδηση», είναι η απάντηση-κλειδί στην ερώτησή μας, γιατί επέλεξε να ανοίξει βιβλιοπωλείο. Ηταν το 1997 και το επάγγελμά της εξασφαλισμένο: νηπιαγωγός. Κι όμως άφησε πίσω της σπουδές και ένα μη υποθηκευμένο μέλλον, έστω και δύσκολο, για να εμπλακεί στην αβεβαιότητα του εμπορίου. Η «βεντάλια» των αγορών της ανοίγει και κλείνει, πάντα κοιτώντας προς τον πελάτη, ο οποίος δεν είναι ο απρόσωπος καταναλωτής των μεγάλων βιβλιοπωλικών αλυσίδων. «Εχει δημιουργηθεί ανάμεσά μας μία αμφίδρομη σχέση εμπιστοσύνης», περιγράφει την προσπάθεια του φιλότιμου αναγνώστη να γεφυρώσει τη δική του γνώση και την άγνοια του βιβλιόφιλου-αγοραστή.
Και όποιος νομίζει ότι αυτό το μικρό γωνιακό βιβλιοπωλείο «σιτίζεται» από τα ογκώδη μπεστ-σέλερ αγάπης και μίσους έχει κάνει μέγα λάθος. Στην ντάνα με την τελευταία παραγγελία, δεν βλέπεις μόνον τη Λένα Μαντά και τη Νικόλ-Αννα Μανιάτη -διόλου ευκαταφρόνητες, αφού είναι ο οικονομικός πνεύμονας της επιβίωσης. Η Μάρω Δούκα του κατοχικού μυθιστορήματος «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ», η Ρέα Γαλανάκη των δοκιμίων «Από τη ζωή στη λογοτεχνία» και ο Νταβίντ Γκρόσμαν του σπαρακτικού έπους «Στο τέλος της γης» έχουν το δικαίωμά τους στο «ταπεινό» βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Κι ανάμεσά τους το πρώτο των πρώτων ευπώλητο του δόκτορα Πολ Χοκ «Κατάθλιψη τέλος», λόγω δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, που έχει οδηγήσει την ψυχολογία μας κάπου στον πάτο του βαρελιού.
Ο μέσος όρος ηλικίας κυμαίνεται από τα 35 ώς τα 40, με τις γυναίκες να έχουν την πρωτιά στους συστηματικούς αναγνώστες, έστω κι αν χρειάζεται να πληρώνουν ακριβά τα ογκώδη ερωτικά μυθιστορήματα. Οι «σκληροί» άντρες δείχνουν τα δόντια της λογικής ερμηνείας του κόσμου με κάμποσα βιβλία φιλοσοφίας, δοκιμίου, ιστορίας, πολιτικής και κοινωνιολογίας. Η Σοφία Μπαζανή δεν αρνείται ότι η διαφήμιση, είτε με ρεκλάμες είτε με έμμεσο τρόπο, μέσω δημοσιευμάτων ή τηλεοπτικών εκπομπών, επηρεάζει τις αγοραστικές επιλογές.
«Ο Ελληνας θεωρεί πολυτέλεια την αγορά βιβλίων και είναι από τα πρώτα αγαθά τα οποία περικόπτει. Σε αντίθεση, οι γονείς των οικονομικών μεταναστών ενδιαφέρονται για τα παιδιά τους. Δεν θέλουν να τους λείψει η μόρφωση», διαπιστώνει η βιβλιοπώλις της γειτονιάς, ενώ γνωρίζει ότι δεν έχει τη δύναμη μ' ένα βιβλίο να βάλει στοπ στη διακίνηση ναρκωτικών που γίνεται στο κοντινό σχολείο. Σηκώνει το χέρι και μου δείχνει πού βρίσκεται, με μία έκφραση στο πρόσωπο ανημπόριας μπροστά στο αδύνατο. «Αυτόν γνωρίζουμε, αυτόν εμπιστευόμαστε», είναι ορισμός της έννοιας του διαχρονικού συγγραφέα και του διαχρονικού βιβλίου. Ο κατάλογος παραπάνω από αναμενόμενος: Νίκος Καζαντζάκης, Αγγελος Τερζάκης, Μαρία Ιορδανίδου, Στρατής Μυριβήλης, Διδώ Σωτηρίου, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος, Κική Δημουλά. 

«Λεμόνι», Θησείο
Το 1998 φαντάζει στον Σπύρο Τσιτσέ μακρινό, γιατί είναι το έτος της τολμηρής κίνησης, της τυχερής ριξιάς των ζαριών, με μόνο στόχο να κάνει κοινό κτήμα μια καλή ιδιωτική βιβλιοθήκη. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, στα 45 του, δεν γλείφει τις πληγές των κόπων του. Τις δείχνει με την υπερηφάνεια εκείνη, κι ας την καθηλώνει η χαμηλή φωνή, η οποία είναι αποτέλεσμα εργασίας και επιμονής. Η εργατικότητα και η βούληση για επιβίωση, δύο θεές, όταν κερδίζεις. Οταν χάνεις, γίνονται οι δαίμονές σου.
Σε μια κατ' εξοχήν μικροαστική πολυκατοικία στον πεζόδρομο της οδού Ηρακλειδών, εκεί όπου τα μαγαζάκια λιανικού εμπορίου επιβιώνουν σαν παμπάλαιες επιγραφές «Πίστωσις δεν δίδεται», «κατεβαίνουν» τα σκαλάκια του ημιυπόγειου βιβλιοπωλείου «Λεμόνι». Σκέτη η λέξη, χωρίς το άρθρο της. Λεμόνι, όπως το χρώμα του όταν είναι άγουρο, το πράσινο της ηρεμίας, το χρώμα που συμβολίζει τη γήινη πνευματικότητα.
Ο Σπύρος Τσιτσές εργάστηκε τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του επιβίωσης στο χώρο της πληροφορικής. Το καλοστημένο σάιτ του «Λεμονιού» οφείλει πολλά στην τεχνογνωσία του. Μέχρι εκεί. Το μεγάλο του πασιόν ήταν, είναι και θα είναι το βιβλίο. Οχι, το οποιοδήποτε. Το καλό, το ποιοτικό βιβλίο. Ομως, η «τρέλα» έχει ειδικότητα στη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, το δοκίμιο, την τέχνη, τη φιλοσοφία. Κι όχι αποκλειστικά στη μορφή του τυπωμένου βιβλίου. Η ψηφιακή βιβλιοθήκη με παραστάσεις θεάτρου, χορού, όπερας, με την υπογραφή μεγάλων σκηνοθετών και πρωταγωνιστών καθημερινώς εμπλουτίζεται. Εδώ, οι επιλογές του βιβλιοπώλη συμπίπτουν μ' αυτές του πελάτη. Και οι πελάτες είναι απαιτητικοί, όχι από καπρίτσιο, αλλά γιατί γνωρίζουν την καλλιτεχνία από μέσα, ως δημιουργοί: είναι σκηνοθέτες, ηθοποιοί, συγγραφείς, εικαστικοί.
Σ' αυτόν εδώ το χώρο με τα ξύλινα ράφια, που φαντάζουν παλαιικά, οι γυναίκες διαβάζουν περισσότερο μυθιστορήματα και διηγήματα. Οχι κατ' ανάγκην από τα εμπορικά, αφού εδώ η επιλογή είναι αυστηρή, χωρίς να είναι «μεταλλική». Ο αντρικός πληθυσμός επιμένει ιστορικά, δοκιμιακά και φιλοσοφικά. Ο μέσος όρος ηλικίας είναι τα σαράντα, δηλαδή η πρώτη ωριμότητα και η οικονομική αυτάρκεια.
Η οικονομική κρίση για το «Λεμόνι» είναι μία πρόκληση. «Ο κόσμος συγκεντρώνεται σε μικρά βιβλιοπωλεία, γιατί έχει προσωπική επαφή με τον βιβλιοπώλη και ανταλλάσσει απόψεις», εκτιμά ο Σπύρος Τσιτσές. Η αναγνωστική ανάσχεση στον οικονομικό κατήφορο έρχεται με τα βιβλία: «Μανιφέστο των ανήσυχων οικονομολόγων. Κρίση και χρέη στην Ευρώπη: 10 μύθοι και 22 μέτρα που προτείνουμε για να βγούμε από το αδιέξοδο», Αλέν Τουρέν «Μετά την κρίση. Από την κυριαρχία των αγορών στην αναγέννηση της κοινωνίας», Ναόμι Κλάιν «Το δόγμα του σοκ. Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής».
Αν το όνομα του Ντοστογέφσκι δεν ξαφνιάζει στην κατηγορία «Διαχρονικοί συγγραφείς», ξαφνιάζει το γεγονός ότι στο «Λεμόνι» ξεπουλάει η ασιατική και ειδικότερα η ιαπωνική ποίηση.
Αλλά είπαμε, το «Λεμόνι» παίζει με τις εξαιρέσεις. Καβάφης, Ελύτης, Καρούζος, Αγγελάκη-Ρουκ είναι οι ποιητές της πρώτης ζήτησης. Τα ποιητικά βιβλία του Γιάννη Βαρβέρη, τα οποία εκτίθενται στη βιτρίνα, δεν είναι εκεί μόνο λόγω του θανάτου του. Ανέκαθεν τα προτιμούσαν οι «ημιυπόγειοι» αναγνώστες. 

«Ναυτίλος», Εξάρχεια
Δεν είναι οι τρεις σωματοφύλακες. Το μόνο κοινό που έχουν με τους πρωταγωνιστές τού πατρός Αλέξανδρου Δουμά είναι η αλληλεγγύη τους. Αλληλέγγυοι κυρίως στις δυσκολίες, σε δύσκολους καιρούς, με τα οικονομικά τους να βασίζονται ακόμη και σε δανεικά. Οχι, όμως, δανεικά και αγύριστα.
Το βιβλιοπωλείο «Ναυτίλος» παίζει με τη ναυτική ορολογία, ανακαλώντας τον παλαιό οδηγό «Οδηγίαι προς ναυτιλλομένους». Η οδός Χαριλάου Τρικούπη είναι ένας δρόμος-πέρασμα, από και προς το κέντρο, περισσότερο γέρνει στην οδό Σόλωνος του παλαιού Χημείου και δεν είναι δύσκολο να καταχωριστεί στα Εξάρχεια, αφού τον χωρίζουν το πολύ πεντακόσια μέτρα από αυτή την εμβληματική γειτονιά της Αθήνας.
Ετος ίδρυσής του, το γύρισμα του νέου αιώνα, το 2000. Ισότιμοι μέτοχοι ο Γιώργος Τσάκαλος, ο Δημήτρης Πιπίνης και ο Κώστας Χριστόπουλος. Πριν από δέκα χρόνια και βάλε ήταν «παιδιά» - και οι τρεις απόφοιτοι Λυκείου. Σήμερα, ο πρώτος βρίσκεται στα 53 του, ο δεύτερος στα 55 του και ο τρίτος στα 44 του. Η προβολή με όρους βιτρίνας υπακούει στο σύνθημα «Οχι στα εύκολα!». Υπηρετεί τα απαιτητικά, τα δοκιμιακά, τα ιστορικά και τα φιλοσοφικά βιβλία. Η λογοτεχνία μπαίνει με φειδώ, γιατί «τα κριτήρια είναι αυστηρά», λέει ο Δημήτρης Πιπίνης. Στον «Ναυτίλο» «ξαναταξιδεύουν» «ξεχασμένοι τίτλοι, βιβλία που κάνουν μικρή διαδρομή και χάνονται, άλλα που αντέχουν στο χρόνο και μας τα ξαναθυμίζουν οι πελάτες μας».
Είναι «σκληροπυρηνικοί», γιατί δεν θέλουν να κοροϊδέψουν τον αναγνώστη, γι' αυτό επιλέγουν και επιλέγουν, σε βαθμό που να τους βαριέσαι. Αν τους χαρακτηρίσεις γκρινιάρηδες, δεν θα έχεις κάνει λάθος. Αλλά άμα ψάχνεις το περίεργο, το ιδιαίτερο, το δυσεύρετο, την έχεις κάνει λαχείο. Αργά ή γρήγορα θα το ανακαλύψουν - κι ας σου σπάνε τα νεύρα, αφού είναι φορές που συμπεριφέρονται σαν Πυθίες.
Ενάντια, λοιπόν, στη λογική των βιβλίων που πέφτεις πάνω τους (στα απανταχού πολυκαταστήματα), λειτουργούν ως δέκτες εξαιρετικά ευαίσθητοι και αυτή την ευαισθησία τη μεταφέρουν σε ίσης θερμοκρασίας αποδέκτες. Κυρίως άντρες οι πελατοαναγνώστες τους, με μέση ηλικία τα τριάντα χρόνια. Σ' αυτό το ανδροκρατούμενο περιβάλλον, που, όμως, δεν πάσχει από μισογυνισμό, το Μνημόνιο «χτύπησε»: Παναγιώτης Κονδύλης «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία», Σιμόνη Βέιλ «Για την κατάργηση των κομμάτων», Ζαν Αμερί «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση». Κι όταν ο χρόνος συμμαχεί με την «αιωνιότητα» της λογοτεχνίας, δικαίως ή αδίκως, κρατάει τους Κ. Π. Καβάφη, Αρη Αλεξάνδρου, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Καββαδία, Γιώργο Ιωάννου. 

Του Βασίλη Καλαμαρά
18.6.2011

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Περιγραφή της κατασκευής ενός σπιτιού από πηλό με την ονομασία cob


Η κατασκευή του σπιτιού στο Νέσσωνα οφείλεται σε μια αλληλουχία συγκυριών. Ερευνώντας στο διαδίκτυο για κάποιες φυσικές καλλιεργητικές μεθόδους που χρησιμοποιούν τον πηλό, ανακαλύψαμε τις δυνατότητες του σαν δομικό υλικό. Αυτό βέβαια δεν είναι νέο μιας και το 80% των κατοίκων του πλανήτη εξακολουθούν να ζουν σε χωμάτινα σπίτια. Το νέο όμως είναι ότι εδώ και είκοσι χρόνια, ξεκινώντας από την Αμερική, εμφανίστηκε ένας νέος όρος, η φυσική δόμηση, η επιλογή δηλαδή του να χτίζεις με τοπικά, φυσικά, και το μικρότερο δυνατό περιβαλλοντολογικό και οικονομικό κόστος. 


Καλλιεργήθηκε η ιδέα της κατασκευής μιας αγροικίας χρησιμοποιώντας μια από τις πρώτες μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για γήινα σπίτια, το κομπ, όπου χρησιμοποιούνται τα χέρια και τα πόδια για να σχηματιστούν μάζες πηλού αναμεμιγμένου με άμμο και άχυρο και οι οποίες τοποθετούνται η μία πάνω στην άλλη διαμορφώνοντας έτσι μονολιθικές κατασκευές με μεγάλη σταθερότητα. Η λέξη κομπ προέρχεται από μια παλιά αγγλική λέξη cob που σημαίνει καρβέλι ψωμιού και σβώλος. Έχοντας μια προϊστορία χιλιάδων χρόνων, χρησιμοποιούταν μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα στην Αγγλία όπου υπάρχουν σπίτια πεντακοσίων χρόνων χτισμένα έτσι. Η απόφαση μας βασίστηκε στην στιβαρότητα της κατασκευής, την απλότητα των εργαλείων, το χαμηλό κόστος και την μεγάλη ελευθερία που προσφέρει στον σχεδιασμό. Μας γοήτευσε, και εξακολουθεί να μας γοητεύει, η δυνατότητα του να πλάθεις το σπίτι με τα χέρια σα γλυπτό. 

Μετά από τη μελέτη όλης της διαθέσιμης βιβλιογραφίας και από ένα πολύ διδακτικό ταξίδι στην γηραιά Αλβιόνα, όπου μας δόθηκε η ευκαιρία να συμμετέχουμε στην κατασκευή ενός τέτοιου σπιτιού, ξεκινήσαμε να χτίζουμε το δικό μας. Χρειάστηκαν πέντε μήνες προσωπικής εργασίας για να χτίσουμε ένα ολόκληρο σπίτι κυριολεκτικά με τα χέρια μας. Συνειδητοποιήσαμε επίσης ότι ήμασταν πολύ πιο επιτυχημένοι σαν οικοδόμοι από ότι θα γινόμαστε ποτέ σαν αγρότες.

Εκμεταλλευτήκαμε την τεράστια θερμική μάζα των τοίχων για να το ζεσταίνουμε τους χειμερινούς μήνες. Το μεγαλύτερο μέρος της νότιας όψης επιτρέπει στον ήλιο να μπαίνει μέσα τους χειμερινούς μήνες διατηρώντας έτσι σταθερή μια ελάχιστη εσωτερική θερμοκρασία 14 βαθμών όταν η εξωτερική αγγίζει το μηδέν. Για την ψύξη του σπιτιού υπάρχουν εισαγωγές αέρα χαμηλά στην βορεινή πλευρά και εξαγωγές αντίστοιχα στα ψηλότερα σημεία του σπιτιού. Επειδή δεν έχει χρησιμοποιηθεί τσιμέντο ή άλλα συνθετικά υλικά στην τοιχοποιία, το κτίριο αναπνέει και διαπνέει άριστα. 

Για την κατασκευή του χρησιμοποιήσαμε κάποια υλικά που συλλέξαμε μόνοι μας, κάποια άλλα που μας προσφέρθηκαν δωρεάν ή αγοράσαμε μεταχειρισμένα, ξοδεύοντας περίπου το ποσό των 2.000 €.
Όσον αφορά τις περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις, αν το σπίτι κάποτε γκρεμιστεί μόνο η στέγη θα μείνει για να θυμίζει την ανθρώπινη παρέμβαση στη φύση. Είναι το σημαντικότερο λάθος που κάναμε στην κατασκευή του σπιτιού και σκοπεύουμε να την αντικαταστήσουμε με μια φυτεμένη.
Στην αυλή μας έχουμε ήδη δοκιμάσει και άλλους τρόπους δόμησης χτίζοντας έναν τοίχο με τσουβάλια που περιέχουν χώμα καθώς και μια υπαίθρια μπανιέρα. 
Περισσότερες πληροφορίες στη σελίδα του φίλου και συνεργάτη μας Κώστα Κοντομάνου:  www.cob.gr

Πηγή  www.spitia.gr     

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Προτάσεις : Mediterraneo - Καστελλόριζο : έρωτας με την πρώτη ματιά

Δεν χρειάζεται κανείς πολλά για να νιώσει ευτυχισμένος στο Καστελλόριζο. Αρκεί να πάρει μαζί του μερικά καλά βιβλία, γερά παπούτσια για περίπατο (το νησί το ανακαλύπτει κανείς καλύτερα με τα πόδια και υπάρχουν πανέμορφα μονοπάτια) και μεγάλη ποσότητα αντηλιακού. Και μετά, σε παίρνει μαζί του ο ρυθμός της ζωής. Ολα πάνω στο νησί είναι γαλήνια και ειρηνικά. Ο κόσμος είναι φιλικός, η ατμόσφαιρα μαγική. Υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να ερωτευθείτε το νησί από τη στιγμή που θα πατήσετε το πόδι σας εκεί.

Και αυτό ακριβώς έπαθε η αρχιτέκτων Marie Rivalant από το Παρίσι, στην αρχή με το νησί, μετά με τον άντρα που ζούσε εκεί και αργότερα, με ένα παλιό σπίτι, που κοιτούσε τη θάλασσα. Ετσι λοιπόν, μετακόμισε στο νησί, παντρεύτηκε τον άντρα και αγόρασε το σπίτι. Ευτυχώς για μας, αποφάσισε να μετατρέψει το σπίτι σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Τα κατάφερε χωρίς καμία αρχιτεκτονική ή σχεδιαστική επιτήδευση.

Το σπίτι ήταν από μόνο του χαριτωμένο και η Μαρί έπραξε σοφά διατηρώντας το ως είχε, προσθέτοντας απλώς χρώμα, γουστόζικα μπάνια και λεπτομέρειες που δίνουν μία εξωτική νότα. Μία καταπληκτική σουίτα καταλαμβάνει το ισόγειο. Εχει τη δική της βεράντα στην πρόσοψη, στρωμένη στη διάρκεια του καλοκαιριού με πολύχρωμα μαξιλάρια, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να ρομαντσάρει λίγα μόνο βήματα από την ακροθαλασσιά. Τα άλλα δωμάτια απλώνονται στους δύο επάνω ορόφους. Οσα δωμάτια βλέπουν στη θάλασσα είναι ανάλαφρα και ανοιχτόκαρδα, ενώ τα άλλα που κοιτούν πίσω έχουν μία πιο ζεστή, ανατολίτικη ατμόσφαιρα, με στρώματα απλωμένα στο δάπεδο. Μερικά από τα δωμάτια επικοινωνούν, πράγμα που τα καθιστά ιδανικά για οικογένεια. Μία παράδοξη λεπτομέρεια, που δεν εκπλήσσει όλους ευχάριστα, είναι ότι τα μπάνια δεν έχουν πόρτες, παρά μόνο κουρτίνες. Προσωπικά δεν με ενόχλησε, αλλά καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι θέμα όταν ταξιδεύεις με κάποιον που δεν έχεις ιδιαίτερη άνεση.

Το πρωινό, ένα μείγμα ελληνικών, γαλλικών και τουρκικών γεύσεων, σερβίρεται στη βεράντα έως, ευτυχώς, αρκετά αργά. Στη διάρκεια της ημέρας μπορεί κανείς να κάνει ηλιοθεραπεία μπροστά στο σπίτι και να βουτήξει στα πεντακάθαρα νερά. Καθώς δεν υπάρχει παραλία, η Μαρί έχει προνοήσει τοποθετώντας ξαπλώστρες για τους πελάτες της στον παραθαλάσσιο δρόμο (μην ανησυχείτε, δεν υπάρχουν αυτοκίνητα).

Περιέργως, ενώ το Hotel Mediterraneo λειτουργεί εδώ και αρκετό καιρό και πραγματικά ξεχωρίζει για το στυλ του, έχει τύχει ελάχιστης προβολής στον ελληνικό Τύπο. Οι περισσότεροι πελάτες είναι ξένοι. Είναι καιρός να το ανακαλύψουν και οι Ελληνες. Οι τιμές για δύο άτομα αρχίζουν από 70 ευρώ την ημέρα (μαζί με το πρωινό).

Mediterraneo, 851 11 Καστελλόριζο, τηλ. 22460-49007. www.mediterraneo-kastelorizo.com

Της Jacoline Vinke*
* Η Jacoline Vinke είναι συγγραφέας των βιβλίων «Great Small Hotels in Greece» και «Around Greece in 80 Stays». Η ιστοσελίδα της www.smallhotelsingreece.com παρουσιάζει μικρά και καλόγουστα ξενοδοχεία από όλη την Ελλάδα.

28.5.2011

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Εναλλακτικά σεμινάρια επίδοξων αγροτών στο Κτήμα Συγγρού


Μελισσοκομία, σαλιγκαροτροφία, καλλιέργεια μανιταριών και αρωματικών φυτών είναι μερικά μόνο από τα σεμινάρια του ΙΓΕ (Ινστιτούτο Γεωργικών Επιστημών) στο Κτήμα Συγγρού, που γνωρίζουν πρωτοφανή επιτυχία. Φοιτητές, αγρότες, συνταξιούχοι και άνεργοι παρακολουθούν με ζήλο τα μαθήματα, που χρόνο με τον χρόνο κερδίζουν μεγαλύτερο κοινό: φέτος οι μαθητές έφθασαν τους 850, ενώ οι αιτήσεις ενδιαφερομένων ξεπέρασαν τις 1.200. Η τάση επιστροφής στη φύση επιδέχεται πολλές αναγνώσεις. Οπως αναφέρουν διδάσκοντες και διδασκόμενοι, τα σεμινάρια καλύπτουν πλέον νέες ανάγκες, καθώς πολλοί συμμετέχοντες σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να ασχοληθούν με τη γεωργία ή την κτηνοτροφία.

«Για κάποιους μαθητές μου που δεν έχουν δουλειά το σεμινάριο είναι μια καλή διέξοδος», επισημαίνει η δρ Δήμητρα Σωτηροπούλου, που διδάσκει μαζί με τον δρα Βασίλη Κωτούλα καλλιέργεια αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών. «Η χώρα μας διαθέτει μεγάλη ποικιλία αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, με τα οποία άλλωστε είναι εμπλουτισμένη και η διατροφή μας» επισημαίνει η κ. Σωτηροπούλου. Η καλλιέργειά τους μπορεί να συνδυαστεί με μελισσοκομία, ενώ αποτελεί εξαιρετική λύση για λιγότερο αποδοτικά εδάφη. «Εξετάζουμε μεσογειακά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, που δεν είναι απαιτητικά σε νερό, και άλλα, όπως η αλόη, με σημαντικές φαρμακευτικές ιδιότητες», καταλήγει η κ. Σωτηροπούλου. «Κάνουμε πρακτική στο Κτήμα και ο καθένας μόνος του μπορεί να τα καλλιεργεί σε γλάστρες του σπιτιού του».

Μεγάλη προσέλευση
Το νεοεισαχθέν σεμινάριο καλλιέργειας μανιταριών προσελκύει πολλούς επίδοξους αγρότες. «Στο εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα περιλαμβάνονται τόσο τα άγρια (εδώδιμα και δηλητηριώδη) όσο και τα καλλιεργούμενα μανιτάρια» αναφέρει ο δρ Α. Φιλιππούσης, ερευνητής στο ΕΘΙΑΓΕ, που διδάσκει από κοινού το μάθημα με τη γεωπόνο-επιστήμονα τροφίμων MSc. Παναγιώτα Διαμαντοπούλου. Tο μάθημα εστιάζει στην τεχνική καλλιέργειας τόσο των εμπορικών ειδών (λευκό μανιτάρι, πόρτο μπέλο, πλευρώτους) όσο και άλλων με υψηλή διατροφο-φαρμακευτική αξία (λεντινούλα, τρούφα). «Παρακολουθούμε την καλλιέργεια σε όλα τα στάδια: παρασκευή υποστρώματος και εμβολίου (σπόρου), παραγωγή μανιταριών, συγκομιδή, συντήρηση, συσκευασία, μεταποίηση, εμπορία» εξηγεί η κ. Διαμαντοπούλου. Λόγω της μεγάλης προσέλευσης στο σεμινάριο, μάλιστα, το ΙΓΕ προωθεί σεμινάρια καλλιέργειας μανιταριών βραχείας διάρκειας (2 - 7 ημέρες).

Εναλλακτική καλλιέργεια με πολλές προοπτικές είναι και η σαλιγκαροτροφία. «Οι μαθητές μου είναι πολύ καλά ενημερωμένοι, έχουν κάνει έρευνα αγοράς και πολλοί σχεδιάζουν να ασχοληθούν επαγγελματικά με αυτό» εξηγεί στην «Κ» η γεωπόνος κ. Αναστασία Σαρχόσογλου, που διδάσκει σε δύο τμήματα 70 ατόμων. «Ο κόσμος γνωρίζει ότι πρόκειται για μια συμφέρουσα καλλιέργεια, που μάλιστα επιδοτείται» συμπληρώνει. «Είναι εύκολο, βέβαια, να κατασκευάσεις ένα εκτροφείο σαλιγκαριών, αλλά είναι δύσκολο να επιβιώσει ένα σαλιγκάρι μέσα σε αυτό» επισημαίνει. «Τα σαλιγκάρια δεν αντέχουν σε θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών». Ωστόσο, η Ελλάδα, όπως και άλλες μεσογειακές χώρες φαίνεται να ενδείκνυται για σαλιγκαροτροφεία «γιατί διαθέτει πολλά διαφορετικά μικροκλίματα».

Σε ένα μπαλκόνι 80 τ. μ. «χώρεσε» τις γνώσεις που αποκόμισε από τα σεμινάρια στο Δάσος Συγγρού ο 45χρονος Γ. Ηλιάδης. Με 24 ρίζες βιολογικές ντοματιές, μελιτζάνες, πιπεριές, αγγούρια, πεπόνια, πατζάρια, καρπούζια, ρίγανη, βασιλικό και κάθε άλλης μορφής ζαρζαβατικό και αρωματικό φυτό ο 45χρονος Αθηναίος μοιάζει να είναι αυτάρκης. «Μαθαίνοντας τις τακτικές της βιολογικής καλλιέργειας στο πρώτο μου σεμινάριο, ανακάλυψα όλο το παρασκήνιο της συμβατικής γεωργίας» διηγείται. «Κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι να τρως αυτό που καλλιεργείς ο ίδιος». Καθώς το αγώγι ξυπνάει τον αγωγιάτη, ο κ. Ηλιάδης συνέχισε την επιμόρφωση παρακολουθώντας σεμινάρια λαχανοκομίας, φυτοπροστασίας, καλλιέργειας αρωματικών φυτών, αγροτοβιοτεχνιών και εν τέλει καλλιέργειας μανιταριών. Και από «παιδί της πόλης» έγινε «γκουρού» της γεωργίας.

Της Ιωάννας Φωτιάδη
Πηγή Καθημερινή
28.5.2011


info
Κάθε κύκλος μαθημάτων διαρκεί 120 διδακτικές ώρες και, μετά την επιτυχή ολοκλήρωσή του, χορηγείται στους φοιτήσαντες πιστοποιητικό παρακολούθησης. Οι εγγραφές γίνονται από 1η έως 20 Φεβρουαρίου και από 1η έως 20 Σεπτεμβρίου. Το ποσό εγγραφής για κάθε σεμινάριο ανέρχεται σε 130 ευρώ, ενώ για την ανθοδετική στα 300 ευρώ.
Πληροφορίες: Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών - Κτήμα Συγγρού, Κηφισίας 182, Μαρούσι, Τ 210-80.83.312.

Σε αμφιθέατρα η καλλιέργεια αρωματικών φυτών

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Mοιάζει με αστείο. Η Ελλάδα είναι η πιο πλούσια χώρα της Ευρώπης σε βιοποικιλότητα, συναγωνίζεται σε παγκόσμιο επίπεδο τη Μαδαγασκάρη στην ποικιλία αρωματικών - φαρμακευτικών φυτών, αλλά παραδόξως είναι η τελευταία στην παραγωγή τους στην Ευρώπη και αναγκάζεται να εισάγει ετησίως 1.400 τόνους φυτών για βιομηχανική και οικιακή χρήση.

Δεκαετίες τώρα η ελληνική γεωργία είναι στραμμένη σε μαζικές και εύκολες καλλιέργειες καλαμποκιού, σιτηρών, βαμβακιού και επιδοτήσεων και δεν έχει ακόμη σκεφθεί να αξιοποιήσει τον άλλο φυσικό πλούτο της, λένε οι ειδικοί επιστήμονες. Αποτέλεσμα αυτής της... αδράνειας είναι η Βουλγαρία, η Αλβανία, η Πολωνία, η Τουρκία και άλλες 6 χώρες της ΝΑ Ευρώπης να έχουν ξεπεράσει την Ελλάδα σε εξαγωγές αρωματικών - φαρμακευτικών φυτών, παρ’ όλο που δεν διαθέτουν ούτε την οργάνωση ούτε τον μηχανολογικό εξοπλισμό που διαθέτουν οι Ελληνες αγρότες.

Ενώ κάθε νομός της χώρας έχει να επιδείξει καλλιεργητές που έχουν στραφεί στα αρωματικά φυτά, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες «πρόκειται για μεμονωμένες προσπάθειες με λίγα στρέμματα, με καλά μεν αποτελέσματα, που δεν επαρκούν όμως για να χαρακτηριστούν οργανωμένη μαζική παραγωγή». Οσο για το υπουργείο Αγρ. Ανάπτυξης που θα μπορούσε να στηρίξει τον αγροτικό κόσμο «κάνει τον μετεωρολόγο για να δει αν πέρα βρέχει» όπως είπε παραγωγός από τα Φάρσαλα που συμμετέχει σε μια από τις τρεις ομάδες αγροτών, που έχουν ξεκινήσει μια αξιόλογη προσπάθεια καλλιέργειας αρωματικών φυτών.

Ενδιαφέρον εγχείρημα
Οι ομάδες αυτών των Θεσσαλών αγροτών σε συνεργασία με δύο εργαστήρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Εθνικό Ιδρυμα Αγροτικής Ερευνας φύτεψαν ήδη μελισσόχορτο, θυμάρι, εχινάκια, φασκόμηλο, χαμομήλι, μέντα, καλέντουλα, βασιλικό, σαπωνάρια, τσάι του βουνού και άλλα αρωματικά φυτά, για να αξιολογήσουν οργανωμένα και σε επιστημονική βάση το ερχόμενο φθινόπωρο τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά τους. Πρόκειται ίσως για το πιο ενδιαφέρον πείραμα που διεξάγεται αυτήν την περίοδο στον αγροτικό τομέα και από τα αποτελέσματά του ίσως κριθούν πολλά για το μέλλον των καλλιεργειών στην περιοχή της Θεσσαλίας.

Το εγχείρημα ξεκίνησε από τα εργαστήρια Αγροτικού Χώρου του τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας - Πολεοδομίας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Φυσιολογίας Ζωικών Οργανισμών του Παν. Θεσσαλίας, τα οποία ανταποκρίθηκαν στις αγωνίες των καλλιεργητών της περιοχής. Ενας δυναμικός πυρήνας περίπου 30 αγροτών ηλικίας έως 45 ετών κάθησαν από τον περασμένο Δεκέμβριο στα θρανία παρακολουθώντας ένα «σχολείο αρωματικών φυτών». Καλλιέργησαν τα αρωματικά φυτά για να τα αξιολογήσουν κατευθείαν από το χωράφι και να προχωρήσουν σε εκτεταμένες βιολογικές καλλιέργειες, προσδοκώντας ετήσιο εισόδημα έως και 40.000 ευρώ. 

«Δεν μας φταίει κανένας για την κατάντια της ελληνικής γεωργίας που περίμενε τις... ώριμες επιδοτήσεις. Ας ξυπνήσουμε και ας δουλέψουμε οργανωμένα» δήλωσε στην «Κ» ο κ. Γ. Καλφόγλου, καλλιεργητής, που συμμετέχει στο «πείραμα των αρωματικών φυτών». Ο ίδιος φυτεύει αυτήν την περίοδο στα χωράφια του στην Υπέρεια Λάρισας και τα 19 αρωματικά φυτά που έχουν επιλεγεί από τους ειδικούς επιστήμονες, με στόχο τα αποδοτικότερα να αποτελέσουν την επόμενη καλλιέργειά του. Μάλιστα έχει έρθει ήδη σε επαφή με ομογενείς στην Αυστραλία για την απορρόφηση της μελλοντικής παραγωγής του.

Πριν από το σύνθημα «από το χωράφι στο ράφι» υπάρχει το σύνθημα «από την ιδέα στην πράξη» κι εκεί είναι η δική μας παρέμβαση τονίζει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Δημ. Γούσιος.

Τα δύο εργαστήρια φρόντισαν να μεταφέρουν στους αγρότες εκτός από την επιστημονική τους γνώση και την εμπειρία άλλων καλλιεργητών που κλήθηκαν ως ομιλητές σε σεμινάρια σε Φάρσαλα και Λάρισα. «Τον ερχόμενο Σεπτέμβριο τα φυτά της πρώτης αυτής παραγωγής, ανέφερε ο καθηγητής κ. Δημ. Κουρέτας, θα αξιολογηθούν σε περιεκτικότητα διαδραστικών μορίων (αιθέρια έλαια) και οι αγρότες θα ξέρουν τι να καλλιεργήσουν».

Του Θανάση Τσιγγανα
28.5.2011

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Εναλλακτικό εμπορικό κέντρο στην υποβαθμισμένη Αθήνα

Νέα εμπορική δραστηριότητα που ξεκίνησε πριν από λίγες ημέρες στο κέντρο της πόλης κοντά στην πλατεία Βικτωρίας; Και όμως... Τρεις άνθρωποι, κόντρα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δημιούργησαν το «Παραπέρα», ένα διαφορετικού τύπου «εμπορικό κέντρο» προτείνοντας καινούργιες αντιλήψεις σε όλους τους τομείς. Η ιδέα απλή, όσο και ενδιαφέρουσα. Νέοι, Ελληνες και «δημιουργοί», δηλαδή άνθρωποι που παράγουν και κατασκευάζουν πραγματικά κάτι, μπορούν να βρουν επιχειρηματική στέγη στο συγκεκριμένο κτίριο, νοικιάζοντας αντί μικρού αντιτίμου για χρονικό διάστημα από 1 εβδομάδα έως έξι μήνες ένα χώρο λίγων τετραγωνικών. Ετσι, μπορούν να δείξουν τι κάνουν, να γνωρίσουν και να γνωριστούν με τον κόσμο, αλλά και μεταξύ τους χωρίς να χρειαστεί να επωμιστούν το κόστος -ψυχολογικό αλλά και πραγματικό- ίδρυσης μιας επιχείρησης αυτήν τη δυσοίωνη περίοδο. Και όμως, η κρίση παρακίνησε και κατά ένα τρόπο ενέπνευσε τους δημιουργούς του «Παραπέρα». 

Ενας εκ των τριών, ο κ. Γιώργος Βασιλειάδης, ηλεκτρολόγος μηχανολόγος, αναλαμβάνει να εξηγήσει το εγχείρημα. «Είμαστε επαγγελματίες και βέβαια έχουμε υποστεί τις συνέπειες της κρίσης. Από την άλλη όμως μένουμε εδώ, είμαστε δεμένοι με την τύχη αυτής της χώρας. Δεν έχει νόημα να γκρινιάζεις χωρίς να προτείνεις κάτι, στο μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας. Πέρα από πολιτική τοποθέτηση, νομίζω ότι όλοι οι Ελληνες συμφωνούμε σε μερικά βασικά πράγματα. Πρέπει να παράγουμε και να εξάγουμε, να μάθουμε να λειτουργούμε σαν ομάδα, να βρούμε νέες ιδέες, καινοτομίες και να τις παντρέψουμε με το εμπόριο, να αποκτήσουμε άλλη σχέση με την πόλη μας. Αυτά προσπαθούμε να εφαρμόσουμε».

Φροντισμένο, φρεσκοβαμμένο, καθαρό, πανέμορφο το διατηρητέο κτίριο γωνία Αχαρνών 61 και Φερών μοιάζει σχεδόν παράταιρο σε αυτή τη γειτονιά. «Διατηρητέο, με άδεια κατασκευής το 1921 πρώην ιδιοκτησία της οικογένειας Γουλανδρή με γοτθικά - ισλαμικά στοιχεία φρουριακής αρχιτεκτονικής» συστήνει το οίκημα η ιδιοκτήτριά του, αρχιτέκτονας κ. Ελένη Μαρκοβίτση. «Από μέσα να δεις» λέει η κ. Φρόσω Σφενδόνα, σχεδιάστρια ρούχων και μία από τις πρώτες συμμετέχουσες στην προσπάθεια.

Εντός, λοιπόν, ο χώρος μοιάζει... εργοτάξιο. Κοσμήματα, λάμπες, τσάντες, ρούχα, γυαλικά, διακοσμητικά αντικείμενα, παιχνίδια, όλα χειροποίητα και ελληνικά. Ο χώρος για κάθε εκθέτη - πωλητή - δημιουργό ορίζεται από τις πρώην πόρτες του κτιρίου του οποίου έχει κρατηθεί μόνο το κέλυφος. Εσωτερικά υπάρχουν τρεις όροφοι, χωρίς καθόλου χωρίσματα. Ενιαίοι χώροι για να χρησιμοποιούνται κατά βούληση και κατά ανάγκη.

Η όλη προσπάθεια έγινε με ιδιωτικά κεφάλαια. Επρεπε λοιπόν το κόστος της επένδυσης να είναι χαμηλό. Ετσι, οι πόρτες μετατράπηκαν σε διαχωριστικά, η επίπλωση του εστιατορίου που λειτουργεί στον κάτω όροφο -και σερβίρει εδέσματα, καφέ και ποτό, σε τιμές «μετά κρίση» - είναι χρησιμοποιημένες καρέκλες και τραπέζια που επισκευάστηκαν. Τα «περίπτερα» έχουν ράφια από πριονίδι, παραπροϊόν επεξεργασίας του ξύλου. «Η ιδέα ήταν να μην επιβαρυνθεί και το τελικό πρόϊόν. Αν είχαμε ξοδέψει πολλά χρήματα, θα ήμασταν υποχρεωμένοι να νοικιάζουμε ακριβότερα και τους χώρους» λέει ο κ. Βασιλειάδης. Βέβαια, το γεγονός ότι συνεργάστηκαν άνθρωποι που έχουν σχέση με την κατασκευή, καθώς και το ότι ο τρίτος συνεταίρος κ. Ηλίας Τζάκης είναι πολιτικός μηχανικός, έπαιξε ρόλο.

Σε μια γωνία εντοπίζω γυαλιστερά, σπαστά ποδήλατα. «Δυστυχώς δεν βρήκαμε ελληνική εταιρεία» παραδέχεται ο κ. Βασιλειάδης. Ομως, τα ποδήλατα είναι σημαντικά για το στίγμα της επιχείρησης σε σχέση με την πόλη. Αλλωστε, το «Παραπέρα» είναι έτοιμο να προσφέρει φιλοξενία σε όλα τα κινήματα των πολιτών όπως οι Αtenistas. Ολα μοιάζουν ιδανικά. Μόνο που δεν έχει κλείσει ούτε ένας μήνας που ένας άνθρωπος δολοφονήθηκε λίγα τετράγωνα πιο πέρα. Η περιοχή δεν είναι λίγο «αντιεμπορική», αναρωτιέμαι. Ο κ. Βασιλειάδης με βεβαιώνει πως αυτή τη στιγμή «ίσως πρόκειται για την πιο ασφαλή περιοχή της Ευρώπης. Υπάρχει συνέχεια αστυνομία. Πλένουν δύο φορές την ημέρα την Ιουλιανού. Ξέρουμε όμως ότι αυτό δεν θα κρατήσει πολύ. Εχουμε συναίσθηση ότι η περιοχή είναι δύσκολη. Από την άλλη συγκριτικά έχει εμπορικά πλεονεκτήματα. Η πρόσβαση με τις συγκοινωνίες είναι εύκολη, τα ενοίκια είναι χαμηλά και έχει πολύ όμορφα κτίρια. Καλούμε λοιπόν και άλλους επενδυτές».

1.6.2011

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Το εισαγόμενο είναι πιο....γλυκό

Οι Ελληνες τρώμε πολλές πατάτες- βραστές, τηγανητές, ψητές. Εκατομμύρια πατάτες. Πατάτες Αιγύπτου, Τουρκίας, Γαλλίας, Κύπρου. Πού και πού, και λίγες ελληνικές. Συνολικά εισάγουμε 140 εκατομμύρια κιλά πατάτας τον χρόνο (στοιχεία 2009). Αλλά και ντομάτες εισάγουμε, περίπου 15 εκατομμύρια κιλά κατ΄ έτος. Η «παραδοσιακή» χωριάτικη σαλάτα συχνά παρασκευάζεται με ντομάτες εισαγωγής και κρεμμύδι Αιγύπτου ή Ολλανδίας. Ακόμη και το χοιρινό του εορταστικού χριστουγεννιάτικου δείπνου ήταν πιθανώς εισαγόμενο, αφού η επάρκεια της ελληνικής παραγωγής δεν ξεπερνά το 20%. Δισεκατομμύρια ευρώ ξοδεύονται κάθε χρόνο για την εισαγωγή τροφίμων από την Ευρωπαϊκή Ενωση και τρίτες χώρες. Παρά τα δισεκατομμύρια των επιδοτήσεων, την τελευταία τριακονταετία η ελληνική παραγωγή παραμένει σταθερή. Οπως λέει χαρακτηριστικά ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης κ. Ευ.Κλωνάρης, μετά τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) και τέσσερα ΚΠΣ, ο μέσος κλήρος στην Ελλάδα το διάστημα από το 1980 ως σήμερα αυξήθηκε μόλις κατά τρία στρέμματα (σήμερα φθάνει τα 42,6 στρέμματα).

Η στροφή λόγω επιδοτήσεων
Η ελληνική παραγωγή μπορεί να πάρει μπροστά, όπως αναφέρει ο κ. Χρ. Λαζανάκης, ο οποίος παράγει κηπευτικά προϊόντα με υδροπονία, μόνο αν σταματήσουν οι αγρότες να στηρίζονται στις επιδοτήσεις και να ρίχνουν ροδάκινα και άλλα προϊόντα στις χωματερές για να πάρουν τις αποζημιώσεις. «Πρέπει να δουλέψουν, να παραγάγουν καλά προϊόντα,ώστε να τα πωλήσουν στην αγορά με αξιώσεις, και όχι να κάθονται στα καφενεία και να καθοδηγούνται από τους γνωστούς κομματάρχες» επισημαίνει. «Τα κηπευτικά που παράγω τα πουλώ στην εσωτερική αγορά της Πάρου,όπου τα παράγω,και τα υπόλοιπα στην Αθήνα. Μάλιστα, υπάρχουν σκέψεις αργότερα να στραφώ και στην εξαγωγή τους» τονίζει.

Οι υψηλές επιδοτήσεις σε καπνό και βαμβάκι ώθησαν τους αγρότες να στραφούν σε τέτοιες καλλιέργειες. Και παρ΄ ότι τα τελευταία χρόνια η αγορά δεν ζητούσε αυτά τα προϊόντα, οι παραγωγοί, όπως σημειώνει ο κ. Κλωνάρης, «δεν επέλεγαν να καλλιεργήσουν είδη για τα οποία δεν δόθηκαν ποτέ επιδοτήσεις,όπως π.χ. η πατάτα». Αλλά ούτε και προς την κτηνοτροφία στράφηκαν οι έλληνες αγρότες, καθώς απαιτεί εργατικά χέρια και καθημερινή εργασία, σε αντίθεση με τη φυτική παραγωγή, η οποία είναι εκβιομηχανισμένη.

Από την άλλη πλευρά, το κόστος παραγωγής στη χώρα μας, σύμφωνα με τον κ. Λαζανάκη, έχει ανέβει πολύ εξαιτίας των αυξήσεων στις τιμές των λιπασμάτων και των υπόλοιπων φυτοπροστατευτικών ουσιών, καθώς και του ρεύματος. «Την ίδια στιγμή τα προϊόντα από τρίτες χώρες με φθηνά εργατικά χέρια φθάνουν στην Ελλάδα σε χαμηλότερες τιμές από τα ελληνικά. Τώρα που λόγω της κρίσης οι μετανάστες με τα χαμηλά μεροκάματα θα φύγουν από την Ελλάδα, θα οδηγηθούμε σε μια ακόμη πιο δύσκολη περίοδο, η οποία δεν ξέρω πού θα μας βγάλει. Σήμερα ίσως είναι η ευκαιρία να δημιουργήσουμε σωστές μονάδες παραγωγής,να μειώσουμε το κόστος και να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας αυτή την περίοδο που το έχει ανάγκη η χώρα» υποστηρίζει ο κ. Λαζανάκης. Και προσθέτει: «Πρέπει να αρχίσουμε να δουλεύουμε οργανωμένα και σωστά,και το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης να δώσει τις σωστές κατευθύνσεις» . Στη Γερμανία, όπως διευκρινίζει ο αναπληρωτής καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Αν. Σιώμος, οι αρμόδιοι κάνουν συστηματική καταγραφή των απαιτήσεων των καταναλωτών και ανάλογα προσαρμόζεται η βιομηχανία τροφίμων. Για παράδειγμα, παρατήρησαν ότι τελευταίως το σπαράγγι το αγόραζαν κυρίως ηλικιωμένοι, διότι οι νέοι δεν είχαν χρόνο να το καθαρίσουν. Ετσι «έριξαν» στην αγορά καθαρισμένο σπαράγγι. Το ίδιο συνέβη και με το κρεμμύδι, το οποίο πλέον πωλείται καθαρισμένο και ψιλοκομμένο. Οπως τονίζει ο καθηγητής, «πρέπει να ξέρουμε σε ποιαν αγορά απευθυνόμαστε και τι ζητάει αυτή».

Φθηνότερα τα εισαγόμενα
Στην Ελλάδα το πρώτο σε ποσότητα εισαγόμενο λαχανικό είναι η πατάτα. «Το μεγαλύτερο ποσοστό προέρχε ται από την Αίγυπτο.Είναι κατώτερης ποιότητας από την ελληνική πατάτα και δεν είναι πιστοποιημένη. Οι έμποροι όμως την αγοράζουν στο ένα δέκατο της τιμής από αυτήν που βρίσκουν στην Ελλάδα» λέει ο κ. Σιώμος. Το ίδιο κάνουν με την ντομάτα, το καρότο, το μαρούλι, το κολοκυθάκι, τη μελιτζάνα, την πιπεριά και το σέλινο.

Με το κρεμμύδι, το σκόρδο, το κουνουπίδι και το λάχανο οι εισαγωγές ορισμένες περιόδους είναι αναπόφευκτες, καθώς δεν παράγονται στην Ελλάδα όλες τις εποχές του χρόνου. Οπότε οι έμποροι αναζητούν σκόρδο από την Κίνα ή την Αίγυπτο, κρεμμύδι από την Ολλανδία κτλ. Στην ντομάτα ή στην πατάτα όμως κριτήριο για την εισαγωγή τους αποτελεί αποκλειστικά και μόνο η χαμηλή τιμή των εισαγόμενων, αφού τα λαχανικά αυτά παράγονται όλον τον χρόνο στη χώρα μας.

Σε αυτό το πεδίο, των φθηνών εργατικών χεριών και του χαμηλού κόστους παραγωγής, η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα εισαγόμενα. Ο κανόνας μπορεί να αντιστραφεί μόνο στο πεδίο της ποιότητας. Αρκεί να ξεπεραστεί ένα ακόμη εμπόδιο.

Το σημαντικότερο ζήτημα όσον αφορά την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας έχει σχέση με τα «κανάλια διάθεσης» των προϊόντων στην αγορά. Οπως επισημαίνει ο κ. Σιώῶος, «μια μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ απαιτεί πιστοποιημένα προϊόντα. Υπογράφει συμβόλαια με τους παραγωγούς,τα οποία καθορίζουν τις ποσότητες, την ποιότητα,την τιμή». Για να γίνει όμως ένας τέτοιος προγραμματισμός, η μεγάλη αλυσίδα θέλει να συνομιλεί με μια οργανωμένη βάση παραγωγών. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Αντ.Πανούσης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Κτηνιάτρων Δημοσίων Υπαλλήλων, «το ισχύον συνεταιριστικό σύστημα θεωρείται χρεοκοπημένο και γραφειοκρατικό».

Πατάτες Καλαμάτας από την Αίγυπτο
Με σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες μοιάζει η αναζήτηση από τον καταναλωτή της χώρας προέλευσης των προϊόντων, μια και γύρω από την ταυτότητα των τροφίμων στήνονται συχνά κερδοσκοπικά παιχνίδια. Επιτήδειοι πωλούν τα εισαγόμενα προϊόντα ως ελληνικά χρησιμοποιώντας διάφορα κόλπα για να παραπλανήσουν τους καταναλωτές. Η πιο κοινή κομπίνα αφορά τις πατάτες. Μια συνήθης πρακτική που ακολουθούν ορισμένοι έμποροι είναι η εισαγωγή του λαχανικού από την Αίγυπτο στην Αθήνα όχι απευθείας αλλά μέσω άλλων περιοχών, π.χ. της Καλαμάτας, της Αχαΐας, της Θήβας. Εκεί τα αιγυπτιακά γεώμηλα ανακατεύονται με ντόπιο χώμα και βαφτίζονται ελληνικά για να προωθηθούν στην αγορά της πρωτεύουσας ως εγχώρια. Βάζουν ακόμη και διχτυωτά τσουβάλια τα οποία συνηθίζουν να χρησιμοποιούν οι έλληνες παραγωγοί για να ξεγελάσουν τους καταναλωτές.

«Πράσινη κάρτα» έχουν κατά καιρούς πάρει ζάχαρη Σερβίας, μέλι Βουλγαρίας ή Τουρκίας, κρασί Αφρικής, όσπρια Καναδά, Αργεντινής ή Κίνας, μπαρμπούνια Σενεγάλης και πολλά άλλα προϊόντα. Οι έλεγχοι του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) έχουν εντοπίσει πολλές φορές «εγχώρια» καρότα Ολλανδίας, «ντόπιους» χυμούς Αργεντινής, «κρητικές» ντομάτες Τουρκίας ή «κεφαλλονίτικο» κατσικάκι Ρουμανίας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΑΡΜΟΥΤΣΟΣ,ΣΕΦ
«Ευνοούν την οικονομία και το... γκουρμέ»
Σε τι οφείλεται η ολοένα αυξανόμενη «αγάπη» των Ελλήνων για τα εισαγόμενα προϊόντα; Είναι ζήτημα αποκλειστικά οικονομικό; ΄Η μήπως οι διατροφικές μας συνήθειες έχουν μεταβληθεί σε τέτοιον βαθμό που επιλέγουμε «ξενόφερτες» γεύσεις αντί για τα παραδοσιακά προϊόντα του τόπου μας; Σύμφωνα με τον σεφ κ. Δημήτρη Σκαρμούτσο, η προτίμηση των καταναλωτών για τα εισαγόμενα προϊόντα εξηγείται πρωτίστως με όρους οικονομικούς. «Εκ πρώτης όψεως ακούγεται “αφύσικο” να χρησιμοποιούμε λεμόνια Αργεντινής και ντομάτες Βελγίου. Κι όμως,οι τιμές αυτών των λαχανικών,τα οποία έχουν κάνει ένα... τεράστιο ταξίδι για να φτάσουν στο πιάτο μας, είναι φθηνότερες από τα αντίστοιχα ελληνικά. Ταυτόχρονα,σας διαβεβαιώνω ότι δεν υστερούν σε ποιότητα- αντιθέτως κάποιες φορές μπορεί να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση και από τα ελληνικά!Συνεπώς,είναι λογικό τόσο οι καταναλωτέςόσο και οι επαγγελματίες της εστίασης να τα επιλέγουν» σχολιάζει ο κ. Σκαρμούτσος.

Πέρα από την οικονομική διάσταση, ωστόσο, ο έμπειρος σεφ υποστηρίζει ότι και οι μεταβαλλόμενες διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων παίζουν σημαντικό ρόλο.

«Πριν από μερικές δεκαετίες η μαγειρική ακολουθούσε τις εποχές. Οι σαλάτες, τα λαδερά πιάτα και σε ορισμένο βαθμό τα ψάρια διαμορφώνονταν ανάλογα με την εποχή του χρόνου και το κλίμα. Στις μέρες μας, αντιθέτως, έχουμε συνηθίσει να έχουμε στο πιάτο μας ό,τι επιθυμούμε,ανεξάρτητα από την εποχή. Αν όμως θέλω ντομάτα μες στο καταχείμωνο,λογικό δεν είναι να προτιμήσω την εισαγόμενη;» καταλήγει ο κ. Σκαρμούτσος. 

Της Μάχης Τράτσα
Πηγή Το Βήμα
23.1.2011

ShareThis