Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Μια ζωή στην...ψάθα (Παραδοσιακά επαγγέλματα)

Μια χούφτα ανθρώπων εξασκεί σε πείσµα των καιρών την τέχνη της χειροποίητης βιεννέζικης ψάθας, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση που ξεκίνησε το 1850 σε µια πολυσύχναστη αυλή στο Σύνταγµα.

Η κυρία Ζωή, ο κ. Απόστολος και η Ζωίτσα, κληρονόµοι µιας παράδοσης που αποφάσισαν ότι δεν θα χαθεί, µας υποδέχονται στο «σπίτι» τους, στο εργαστήριό τους στον Νέο Κόσµο. Θα µας ξεναγήσουν στη συνυφασµένη µε την ψάθα ζωή τους, στις αντιεµπορικές τους συνήθειες, στις αξίες τους. Μαζί τους ο 18χρονος Αντώνης, γιος τής Ζωίτσας και εγγονός τής κυρά Ζωής και του κυρ Απόστολου. Η γιαγιά τον θεωρεί φαβορί για το Πολυτεχνείο και εύχεται να µπει στην Αθήνα για να δοκιµάσει το παιδί την τέχνη της οικογένειας, να µυηθεί αν θέλει στο εργαστήρι... Αν αποφασίσει να πιάσει το «κουµπάσο» – ειδικό εργαλείο για το πλέξιµο της ψάθας – και να ζήσει από αυτό, θα γίνει η πέµπτη γενιά που θα βαδίσει στα χνάρια των προγόνων, η αύρα των οποίων είναι παντού: στα παλιά έπιπλα, στα εργαλεία, στις φωτογραφίες... «Κοιτάξτε αυτή την κυρία» µας λέει η κυρία Ζωή τείνοντας προς το µέρος µας µια ασπρόµαυρη φωτογραφία.

Η κυρία η οποία κοιτάζει αυστηρά τον φακό είναι η Ελένη Βενιζέλου, ο πρώτος κρίκος στην άθραυστη αλυσίδα της οικογενειακής παράδοσης. Αλλιώτικη από τις γυναίκες της εποχής της, έπινε τον πρωινό της καφέ και διάβαζε εφηµερίδα σαν άνδρας στα καφενεία του Συντάγµατος – η «Συνάντηση» και ο «Ζαγορίτης» ήταν τα αγαπηµένα της. Στις ελεύθερες ώρες της κάνει βόλτες στον Κήπο και στους αρχαιολογικούς χώρους της πόλης – τότε δεν περιφράσσονταν – και ονειρεύεται ταξίδια. Σε ένα από αυτά στη Βιέννη, όπου συνοδεύει τον γιατρό αδελφό της, ενθουσιάζεται µε ένα ιδιότυπο εργόχειρο, το πλέξιµο της ψάθας, το οποίο παρακολουθεί στο διάσηµο εργοστάσιο επίπλων Thonet. Επιστρέφει µε χίλιες ιδέες στο µυαλό της και στήνει το πρώτο της εργαστήριο χειροποίητης βιεννέζικης ψάθας στην αυλή του σπιτιού της, στη συµβολή των οδών Πεντέλης και Μητροπόλεως, στο Σύνταγµα. Ο σύζυγός της, έµπορος ξυλείας, τη φέρνει σε επαφή µε «εργοστάσια» της εποχής και ένας νέος τρόπος ζωής για την οικογένεια αρχίζει, µε τρία παιδιά να µεγαλώνουν στο πλάι µιας σκληρά εργαζόµενης µητέρας. Ενα από αυτά, ο Σπυρίδων, µεγαλώνοντας θα αγαπήσει την τέχνη και θα πάρει στα χέρια του τη δουλειά. Οταν παντρευτεί θα µυήσει και τη γυναίκα του Ζωή (από τότε όλα τα κορίτσια της οικογένειας θα πάρουν το όνοµα της γιαγιάς). Σε λίγα χρόνια ο «Πίπης», για τους φίλους και πελάτες, πλέκει τις ψάθες για τις καλύτερες εκθέσεις επίπλων της πόλης, όπως του Βαράγκη, του Αθηναίου και του Καψούρου. Η ιστορία του τόπου και η ιστορία της οικογένειας εκτυλίσσονται σε εκείνη την πρώτη αυλή µε τα αγιοκλήµατα: πόλεµος, Κατοχή, απελευθέρωση... Ειδικά τότε η αυλή γέµιζε µε κόσµο. «Ο πρώτος “Βασιλόπουλος” άνοιξε στη Βουλής. Οι ιδιοκτήτες ήταν φίλοι του πατέρα µου» θυµάται η κυρία Ζωή. «Μαζεύονταν τα µεσηµέρια ή τα βράδια οι παλαιοί Αθηναίοι και δοκίµαζαν αβγοτάραχο και ροκφόρ, ενώ η µαµά µου µαγείρευε κοκκινιστό µε µακαρόνια. Οι δικοί µου ήταν µποέµ. Ζούσαν σαν καλλιτέχνες. ∆εν προγραµµάτιζαν, δεν “επένδυαν” ακόµη και τις εποχές που πελάτες τους ήταν η “Μεγάλη Βρεταννία”, η Εθνική Τράπεζα, το ξενοδοχείο “Ατενέ”...».


Με την ευχή των παππούδων
Κάποια στιγµή, το 1959, το εργαστήριο µεταφέρεται σε άλλον χώρο, καθώς στην «αυλή» θα ανεγερ θεί το υπουργείο Παιδείας. Οι πελάτες – και πάντα φίλοι – προστρέχουν να βοηθήσουν την ξεσπιτωµένη οικογένεια που µπαίνει σε µια νέα περιπέτεια, αυτή της «φιλοξενίας» στις πλακιώτικες αυλές. Μεγάλες αθηναϊκές οικογένειες παραχωρούν έναν χώρο στο σπίτι τους αντί συµβολικού ποσού: η οικογένεια Λαιµού πρώτη από όλους, αλλά και η Βάθη και ο εκδότης ο ∆ηµητράκος και ο Γαληνός, ο καθηγητής Πανεπιστηµίου... Από την Πλάκα η οικογένεια φεύγει µε τους σεισµούς τού 1981 για να εγκατασταθεί στο ιδιόκτητο εργαστήριο όπου τους βρίσκει κάποιος σήµερα να ακουµπούν τις καρέκλες, αλλά και τις ζωές τους στα «στρίποδα» – τους ειδικούς πάγκους εργασίας. Το ραδιόφωνο παίζει χαµηλά και οι ίδιοι σιωπηλοί αφοσιώνονται σε αυτό που έχουν µάθει να κάνουν καλύτερα, µια και το έχουν µάθει «από γεννησιµιού τους». «Οταν ξεκίνησα ήξερα ήδη πολλά. Τα µάτια είχαν δει, το µυαλό είχε αποτυπώσει» µας λέει η Ζωίτσα, η τρίτη Ζωή της οικογένειας. Θυµάται τον εαυτό της µικρό κορίτσι: «Είχαµε το σπίτι αλλού, αλλά η ηµέρα κυλούσε στο εργαστήρι. Το µεσηµέρι σχολούσα από το σχολείο που ήταν και αυτό στην Πλάκα και έτρεχα κατευθείαν εκεί. Είχαµε έναν µεγάλο πάγκο.

Στη µια άκρη υπήρχε η “κουζίνα” που λειτουργούσε µε πετρογκάζ για να µαγειρεύει η µαµά, όπως έκαναν όλες οι γυναίκες της οικογένειας: έβαζαν το τσουκάλι εκεί όπου δούλευαν. Στη µέση υπήρχε ένα ντουλαπάκι µε τα απαραίτητα πιάτα και ποτήρια και πάνω από αυτό η εγκυκλοπαίδεια του Πάτση και τα βιβλία µου. Εκεί, στη µέση του πάγκου, διάβαζα.

Στην άκρη δούλευε η µαµά µου και απέναντι η γιαγιά. Τα µεσηµέρια τα περνούσα στην αυλή µε τις κούκλες µου». Η συγκίνηση υγραίνει το βλέµµα και τη σκυτάλη στην κουβέντα παίρνει η µητέρα της: «Μας άρεσε και µας αρέσει αυτή η ζωή. ∆εν θέλαµε ποτέ να εµπορευµατοποιήσουµε τη δουλειά µας. ∆εν είχαµε ποτέ βιτρίνες, ούτε ρεκλάµες. Είχαµε µόνο την ευχή των παππούδων: να συνεχίσουµε την τέχνη. Αυτό κάνουµε και το κάνουµε αθόρυβα. Για αυτό χρειαζόµαστε υποστήριξη, όπως και όλα τα µικρά εργαστήρια».

Εµαθα να ζω αυθεντικά
Αναρωτιέται κάποιος εύλογα πώς δεν άλλαξε δρόµο καµία γενιά. Η Ζωίτσα, πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας, δεν το σκέφτηκε στιγµή: «∆εν διαλέγεις µόνο µια δουλειά, διαλέγεις έναν τρόπο ζωής. Εµείς µάθαµε να ζούµε έτσι. Σε αυτό το σπίτι έµαθα να ζω αυθεντικά, να µη µου αρέσει τίποτε “δήθεν”. Σήµερα αγαπώ αυτό που κάνω. Και αυτό σπανίζει στις ηµέρες µας που όλοι επιλέγουν δουλειά σύµφωνα µε τις απολαβές. Τώρα όµως στην κρίση οι πιο πολλοί θα δυστυχήσουν. Οχι µόνο γιατί δεν θα έχουν χρήµατα, αλλά γιατί θα αντιληφθούν ότι η δουλειά τους δεν ήταν τίποτε άλλο παρά µόνον ένας τρόπος πλουτισµού. Από την άλλη, είναι δύσκολο να είναι κάποιος ολιγαρκής στις µέρες µας. Είµαστε δέσµιοι των τεχνητών αναγκών µας».

Η ζωή στα μεγάλα σαλόνια
Αν μιλήσει κάποιος στην κυρία Ζωή για «πελάτες» καταλαβαίνει αμέσως ότι λέει τη λάθος λέξη: πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι εμπιστεύονται σε εκείνην, στον Απόστολο και στην κόρη τους τα πολύτιμα έπιπλά τους. Και εκείνοι θα τους φερθούν με τον καλύτερο τρόπο, κυρίως γιατί τα γνωρίζουν από παλιά. Αρκετά συχνά επιδιορθώνουν ψάθες που οι πρόγονοί τους έχουν πλέξει. «Πριν από κάποια χρόνια πήγαμε στο Πανόραμα της Βούλας στο σπίτι κάποιου της οικογενείας uni0394ράκου, του Ιζόλα. Η οικογένεια αυτή έμενε απέναντί μας στο Σύνταγμα.

Είναι συγκινητικό να βλέπεις την εξέλιξη μιας οικογένειας που γνωρίζεις από παλιά μέσω της δουλειάς σου».

Η κυρία Ζωή ακολουθεί την τακτική του πατέρα της: πηγαίνει εκείνη στα σπίτια και «μελετάει» τα έπιπλα, μιλάει με τους ιδιοκτήτες. Στη δουλειά τους δεν έβαλαν ποτέ μεσολαβητές, ούτε υπαλλήλους. Μόνον η οικογένεια μπαίνει στα μεγάλα σαλόνια της πόλης. Και είναι αλήθεια ότι η κυρία Ζωή έχει μπει σε πολλά: στου Γεωργίου Ράλλη κάποτε, στης Ελένης Βλάχου... «Είχε την οικονόμο τη Μαρίτσα που μικρή που ήμουν με φίλευε γλυκό του κουταλιού» θυμάται η κυρία Ζωή από τις επισκέψεις στην εφημερίδα, καθώς εκεί, σε ένα διαμέρισμα πάνω από το γραφείο της, έμενε η μεγάλη εκδότρια. «Ζωή και δουλειά μαζί και εκείνη». Θυμάται επίσης τον Αθανάσιο Κανελλόπουλο: «Είχαμε μπει στην κρεβατοκάμαρά του να πάρουμε μια πολυθρόνα, ενώ εκείνος αναπαυόταν στο κρεβάτι του. uni0394εν υπήρχε καμία αμηχανία. Ηταν τόσο οικείες οι σχέσεις τότε που δεν έμοιαζε αλλόκοτο για εμάς να βρισκόμαστε στο υπνοδωμάτιο κάποιου».

Δεν ξεχνάει ποτέ τη Μελίνα Μερκούρη. «Ερχόταν και μας έβρισκε στις πλακιώτικες αυλές ακόμη και όταν δεν είχαμε κάποιο έπιπλό της για επισκευή. Ηθελε την παρέα, το καλαμπούρι.

Ηταν πολύ απλός άνθρωπος. Οταν είχε χρόνο έπινε έναν ελληνικό με τη μητέρα μου και πάντα της έλεγε: “Μ’ αρέσει που πίνετε τον καφέ από το μπρίκι, κυρία Ζωή”».


Πηγή Το Βήμα
7.8.2011

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Το περιβόλι του...μπαλκονιού

ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ και βεράντες που αντί για τριανταφυλλιές και... ντάλιες έχουν μαρούλια και πιπεριές κάνουν την εμφάνισή τους όλο και πιο συχνά στην Αθήνα. Η αστική γεωργία, αν και σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο, κερδίζει όλο και περισσότερους οπαδούς. Οι λόγοι πολλοί: οικολογική συνείδηση, μείωση οικογενειακών εξόδων, αντίσταση στις πολυεθνικές των τροφίμων, χόμπι, είτε ακόμη επειδή «το σπιτικό έχει άλλη νοστιμάδα». Το σίγουρο είναι ότι πληθαίνουν οι Αθηναίοι που καλλιεργούν ή που επιθυμούν να καλλιεργήσουν κηπευτικά στο μπαλκόνι ή στην ταράτσα, ακολουθώντας την παγκόσμια τάση της αστικής γεωργίας, που ξεκίνησε ως μια πρόταση για την αντιμετώπιση της έλλειψης τροφίμων αλλά και για την εξοικονόμηση ενέργειας και μετατρέπεται σε μόδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πανάκριβα εστιατόρια στη Νέα Υόρκη και σε άλλες μητροπόλεις του κόσμου αισθάνονται την ανάγκη να ενημερώσουν τους πελάτες τους ότι καλλιεργούν τη σαλάτα που πουλάνε εντός εστιατορίου. Στο «Βήμα» μίλησαν ερασιτέχνες καλλιεργητές και γεωπόνοι που εξηγούν τα μυστικά και τους λόγους για τους οποίους στράφηκαν σε αυτή την επιλογή.

Ο φωτογράφος κ. Νίκος Σταθόπουλος ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια να τοποθετεί κάποια παρτέρια με κηπευτικά στην ταράτσα του κτιρίου όπου κατοικεί. «Στόχος μου δεν ήταν προφανώς να σταματήσω να πηγαίνω στο σουπερμάρκετ ή στη λαϊκή αγορά. Πιο πολύ ήθελα τα παιδιά μου να μπορούν να παίζουν σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει χώμα και όχι τσιμέντο» εξομολογείται. Αυτή την εποχή τα παρτέρια που κατασκεύασε μόνος του καταλαμβάνουν περίπου 20 τετραγωνικά μέτρα. Σε αυτά καλλιεργεί, με βιολογική μέθοδο και ανάλογα με την εποχή,ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, μαρούλια κτλ. «Η ντομάτα δεν φτάνει ποτέ ως τη σαλατιέρα.Τα παιδιά τις κόβουν και τις τρώνε κατευθείαν από το φυτό» λέει χαρακτηριστικά και δηλώνει ιδιαίτερα υπερήφανος για τα μαρούλια του. «Δεν αγόρασα ούτε μία φορά και δίνω και στους γείτονες.Φυσικά δεν είναι οικονομικοί οι λόγοι που μπήκα σε αυτή τη διαδικασία . Αλλωστε για να έχεις μια σχετική αυτάρκεια σε κηπευτικά απαιτείται βεράντα τουλάχιστον 40 τ.μ.» επισημαίνει. Παίρνει το... χόμπι του μαζί του και στις διακοπές. «Οταν δοκιμάσω κάποιο λαχανικό που μου αρέσει, θα φροντίσω να πάρω σπόρους για να τους φυτέψω, ενώ δεν θα παραλείψω να μαζέψω και χώμα από μια συγκεκριμένη περιοχήαν δω ότι προσφέρεται για κάποια καλλιέργεια» καταλήγει.

Ο κ. Νίκος Θυμάκης, γεωπόνος, υπεύθυνος της Ανθοκομικής Εκθεσης Κηφισιάς, δέχεται όλο και πιο συχνά ερωτήσεις από υποψήφιους καλλιεργητές... εσωτερικού χώρου. «Το όποιο οικονομικό όφελος είναι δευτερεύον.Αλλα είναι τα σημαντικά πράγματα αυτής της ιστορίας.Για όσους έχουν μεγαλώσει ή κατάγονται από αγροτικές περιοχές η καλλιέργεια λειτουργεί νοσταλγικά.Ακόμη λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον άνθρωπο της πόλης και στον καλλιεργητή».«Επιπλέον», συμπληρώνει ο επίσης γεωπόνος κ. Ταξιάρχης Ανδριτσόπουλος, «ειδικά για τα παιδιάη ύπαρξη φυτών που καλλιεργούνται στο σπίτι έχει και εκπαιδευτική σημασία.Εχουμε φτάσει στο σημείο να νομίζουν ότι οι τομάτες και οι πιπεριές μεγαλώνουν σε καφάσιακαι ότι τις φτιάχνει ο μανάβης». Και σε αυτόν έχουν απευθυνθεί ουκ ολίγοι που θέλουν να καλύψουν τις ανάγκες τους σε κηπευτικά αντικαθιστώντας τις τριανταφυλλιές τους με πιπεριές. «Για να έχει οποιοδήποτε νόημα αυτή η συζήτηση χρειάζεσαι αρκετά μεγάλο χώρο.Οι περισσότεροι απογοητεύονται όταν τους το λέω αυτό,αρκετοί όμως αποφασίζουν να ασχοληθούν ούτως ή άλλως.Πάντως εγώ το προτείνω ως χόμπι,είναι τουλάχιστον αγχολυτικό». Μερικοί δεν έγιναν καλλιεργητές στην πόλη ούτε από ιδεολογική επιλογή ούτε για λόγους οικονομίας αλλά από... σπόντα. Οπως η κυρία Βικτωρία Θεοδώρου, από την Ηλιούπολη, η οποία πριν από λίγο καιρό είδε να φυτρώνει μια ντοματιά σε μια γλάστρα του μπαλκονιού της χωρίς η ίδια να την έχει φυτέψει. «Λογικά θα πετάχτηκε κάποια στιγμή καμιά τομάτα με τους σπόρους της» λέει η κόρη της Μαριάννα. Το ανέλπιστο δώρο κίνησε το ενδιαφέρον της και αποφάσισε να τοποθετήσει και άλλα κηπευτικά. « Ως τώρα τα αποτελέσματα δεν είναι σπουδαία.Ούτως ή άλλως όμως εγώ το κάνω πιο πολύ για την πλάκα του θέματος. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, δεν είχα “χωριό” για να πάω διακοπές.Και έτσι τώρα αποφάσισα να κερδίσω τον χαμένο χρόνο της επαφής με τη φύση». Η κυρία Νικολέτα Λόγου είναι γεωπόνος, εργαζόμενη σε φυτώριο. Πέρα από τους επαγγελματίες του χώρου και τους φανατικούς των καλλωπιστικών φυτών, την τελευταία περίοδο βλέπει όλο και πιο συχνά ένα νέο είδος πελάτη στο μαγαζί της. «Ερχονται άνθρωποι όλων των ηλικιών και ρωτάνε πώς μπορούν να φυτέψουν μια ντομάτα ήμια πιπεριά στο μπαλκόνι» διηγείται. «Το κυριότερο κίνητρο είναι η αίσθηση ότι παράγεις μόνος σου αυτό που τρως,έστω και αν αυτό συμβαίνει για μερικές σαλάτες κάθε σεζόν» συνεχίζει. Η ίδια ξεκίνησε εφέτος τις «μπαλκονάτες» καλλιέργειες τοποθετώντας μια φραουλιά. «Μας έδωσε καμιά 20ριά φράουλεςπροτού η μητέρα μου την αφήσει απότιστη και ξε ραθεί» λέει γελώντας.

Υπάρχουν και αυτοί που ξεκίνησαν από το μπαλκόνι και συνέχισαν με κάτι πιο εκτεταμένο.

Οσοι περνάνε από την οδό Κρυστάλλη στο Περιστέρι συνήθως σταματούν εντυπωσιασμένοι από ένα οικόπεδο που έχει μετατραπεί σε λαχανόκηπο. Η κυρία Ματίνα Κολοκανάκη και ο σύζυγός της έχουν φυτέψει ένα οικόπεδο που είχαν δίπλα στο σπίτι τους. «Δεν υπήρχε περίπτωση να το οικοδομήσουμε ποτέ.Τουλάχιστον με αυτή τη χρήση ο σύζυγός μου κάνει το χόμπι του καιεγώ αλλά και η... υπόλοιπη γειτονιά τρώμε λαχανικά.Δεν χρειάζεται να ανησυχώ για το πότε έχει λαϊκή. Οποτε θέλω κάτι για την κουζίνα κατεβαίνω κάτω,το κόβω και ανεβαίνω» λέει η κυρία Κολοκανάκη.
 
ΔΩΡΗΤΕΣ ΣΠΟΡΩΝ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΥ
Οταν ο 36χρονος ελληνολιβανέζος σκηνοθέτηςΑλεξ Οικονομίδης αποφάσισε να καλλιεργήσει λαχανικά στο μπαλκόνι του απευθύνθηκε σε γνωστά φυτώρια.«Αντί να μου δώσουν σπόρους, όπως περίμενα, μου έδωσαν φυτά. Σπόρους δεν μπορούσα να βρω πουθενά».Το όλο θέμα τού κίνησε το ενδιαφέρον και έτσι αποφάσισε να ασχοληθεί παραπάνω.«Ανακάλυψα ότι όλη η παραγωγή είναι στα χέρια ελάχιστων εταιρειών. Ουσιαστικά οι παλιοί σπόροι που ξέραμε έχουν εξαφανιστεί από την αγορά, όπου κυριαρχούν τα υβρίδια και τα μεταλλαγμένα».

Η όλη έρευνα,πέρα από γνώση, αποτέλεσε και τον...σπόρο για ένα ντοκυμαντέρ με το όνομα «Α seed for change».Εκεί άνθρωποι από την Ελλάδα και τον Λίβανο εξηγούν για ποιους λόγους αποφάσισαν να μετατρέψουν το μπαλκόνι ή την ταράτσα τους σε λαχανόκηπο.«Υπάρχουν άνθρωποι που το κάνουν για λόγους οικονομίας, άλλοι για φαρμακευτικούς σκοπούς, άλλοι ως έναν τρόπο αντίστασης στις πολυεθνικές των τροφίμων και άλλοι για λόγους οικονομίας»λέει.Ο ίδιος ο κ. Οικονομίδης καλλιεργεί στο μπαλκόνι του δεκάδες λαχανικά.«Δίνω μάλιστα σε όποιον ενδιαφέρεται δωρεάν σπόρους για να καλλιεργήσει. Ετσι γνώρισα και κάποιους από τους ανθρώπους που μιλούν στο ντοκυμαντέρ»τονίζει,ενώ στα επόμενα σχέδιά του είναι μια διεθνής συνάντηση ανταλλαγής σπόρων ανάμεσα σε λιβανέζους και έλληνες ερασιτέχνες καλλιεργητές.

Τον τίτλο του γνωστότερου δωρητή... σπόρων για παραδοσιακές ποικιλίες στην ελληνική επικράτεια κατέχει πάντως η εναλλακτική κοινότητα του Πελίτη,η οποία ιδρύθηκε το 1995 με στόχο τη συγκέντρωση και τη διατήρηση των ντόπιων ποικιλιών. Ως σήμερα έχει συγκεντρώσει σπόρους από 1.200 τοπικές ποικιλίες και τους έχει διανείμει σε πάνω από 80.000 καλλιεργητές.«Μόνο την τελευταία χρονιά, από τον Οκτώβριο ως τον Φεβρουάριο, στείλαμε 10.000 φακελάκια με σπόρους μέσω του ταχυδρομείου, με τη συντριπτική πλειονότητα να πηγαίνει σε ανθρώπους στην Αθήνα»λέει ο συντονιστής και ιδρυτής της κοινότητας του Πελίτη κ. Παναγιώτης Σαϊνατούδης.

Ο κ.Νίκος Βαλκάνοςείναι ένας από αυτούς. Ξεκίνησε πριν από επτά χρόνια με βασικό στόχο«να εκμεταλλευτώ τον ανεκμετάλλευτο αστικό χώρο για κάτι το παραγωγικό αλλά και να σταματήσω να τρώω δηλητήρια. Δεν είναι δυνατόν να φυτεύουμε γκαζόν ή καλλωπιστικά φυτά όταν μπορούμε να φυτέψουμε πράγματα που έχουν διατροφική αξία» λέει. Αυτή τη στιγμή η οροφή του γκαράζ της τριώροφης πολυκατοικίας του έχει μετατραπεί σε έναν κρεμαστό λαχανόκηπο. Ντομάτες δεν αγοράζει ποτέ, μελιτζάνες και κολοκύθια δίνει και στους γείτονες. Παραδέχεται ότι η πολυκατοικία στην οποία κατοικεί ο ίδιος στην Αγία Παρασκευή είχε τις δυνατότητες όσον αφορά τον διαθέσιμο χώρο για κάτι τέτοιο. Θεωρεί ότι αυτές οι καλλιέργειες«δεν είναι μια new age νησίδα ψευδοοικολογικής συνείδησης αλλά μια καλλιέργεια μνήμης. Αφήστε που όταν οι γείτονες δοκίμασαν τα λαχανικά από τον κήπο μας, το σκέφτηκαν πολύ προτού επισκεφθούν το σουπερμάρκετ ξανά».

Οπως όμως γίνεται με όλες τις μόδες, υπάρχουν πάντα και κάποιοι που προσπαθούν να προσκομίσουν οικονομικά οφέλη.«Τα φυτώρια και οι γεωπονικές εταιρείεςπου προωθούν τα υβρίδια αφιερώνουν πλέον σημαντικό κομμάτι του μάρκετινγκ για να προσεγγίσουν τους ερασιτέχνες καλλιεργητές»καταλήγει.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ IΝΤΕRΝΕΤ
Πριν από περίπου έναν χρόνο ο κ.Ηλίας Αντωνόπουλος, web designer, αποφάσισε να συνδυάσει τα δύο ενδιαφέροντά του- την πληροφορική και τις καλλιέργειες- δημιουργώντας την ιστοσελίδα www.kalliergo.gr. Εκεί οι επίδοξοι καλλιεργητές μπαλκονιού ή κήπων μπορούν να πάρουν πληροφορίες για όσα τους ενδιαφέρουν.

«Αρκετοί από αυτούς είναι άνθρωποι που σκέφτονται να φύγουν από την Αθήνα και να εγκατασταθούν κάπου στην επαρχία»λέει ο κ. Αντωνόπουλος. «Προτού το κάνουν αυτό όμως θέλουν να πάρουν μια πρώτη ιδέα για την αγροτική ζωή».Ο ίδιος παραδέχεται ότι ως πριν από κάποια χρόνια σνόμπαρε τις καλλιέργειες.«Ο πατέρας μου περνούσε ατελείωτες ώρες στο εξοχικό μας στη Βάρη ασχολούμενος με τον κήπο.

Εγώ τότε δεν καταλάβαινα γιατί». Θεωρεί πάντως ότι οι καλλιέργειες σε μπαλκόνια και βεράντες σε μεγάλο βαθμό είναι σε πειραματικό στάδιο.

«Παρ΄ όλα αυτά, έχουν νόημα ύπαρξης. Θεωρώ πως αν θέλουμε ως χώρα να παράγουμε κάτι πρέπει να ξεκινήσουμε από απλά πράγματα»καταλήγει, ενώ προσθέτει ότι από τότε που ασχολήθηκε με την ερασιτεχνική καλλιέργεια «συμπάσχω με τους αγρότες βλέποντας τις τιμές στο ράφι του σουπερμάρκετόταν ξέρω σε τι τιμές πουλάνε αυτοί».

Πηγή Το Βήμα
7.8.2011

ShareThis