Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

"Λεξικοπωλείον" : Ο παράδεισος των λεξικών

Αρχικά μου τράβηξε την προσοχή το κάποτε εντελώς απαρατήρητο γεγονός της προετοιμασίας ενός νέου καταστήματος. Πλησιάζοντας, κατάλαβα ότι δεν πρόκειται για κάτι συνηθισμένο. Οι ωραίες, φωτεινές του βιτρίνες και κυρίως το όνομά του μου έφτιαξαν το κέφι.
Το «Λεξικοπωλείο» είναι αυτό που λέει το όνομά του: το πρώτο βιβλιοπωλείο στην Ελλάδα που εξειδικεύεται στα λεξικά. Τι ωραία! Συμβαίνουν πολλά όμορφα πράγματα αυτήν την εποχή σε αυτό το κομμάτι του παλιού, αστικού Παγκρατίου και το
«Λεξικοπωλείο», στην οδό Στασίνου 13, πίσω από την πλατεία Προσκόπων, 
 μας δίνει κουράγιο: δεν χρειάζεται όλα τα καινούργια στέκια να είναι υποχρεωτικά καφέ και μπαρ, φαίνεται ότι υπάρχει χώρος και για ένα «εκκεντρικό» βιβλιοπωλείο, που ναι, φιλοδοξεί να γίνει στέκι.
Ισως ήταν αυτό ακριβώς που έλειπε στην Οντίλ Μπρεγιέ όταν εξασκούσε το επάγγελμα του μεταφραστή και του διερμηνέα: ένα στέκι για όσους αγαπούν τις γλώσσες. Και είπε να το πραγματοποιήσει μόνη της, τώρα που έχει περισσότερο χρόνο στη διάθεσή της. Πρακτικά στο «Λεξικοπωλείο» θα βρείτε ό,τι λεξικό ψάχνετε σε όλες τις δημοφιλείς γλώσσες αλλά και σε λιγότερο δημοφιλείς (αραβικά, τουρκικά, κινεζικά, πολωνικά κ.λπ.). Αν δεν το βρείτε επιτόπου, μπορείτε να το παραγγείλετε και μέσα από την ιστοσελίδα (www.lexikopoleio.com) ενώ πολύ σύντομα θα τεθεί σε λειτουργία και το e-shop. Εκτός από τα «συμβατικά» λεξικά (μονόγλωσσα, δίγλωσσα, πολύγλωσσα) θα βρείτε και βιβλία εκφράσεων, φράσεων, παροιμιών, χιούμορ, αργκό, ενώ συχνά η εξειδίκευση πιάνει... κόκκινο: λεξικά για τη βροχή, το ποδόσφαιρο, την πολιτική, το θέατρο, το ροκ, τα μάνγκα μέχρι και λεξικά για τα λεξικά! Ακόμα, λεξικά παλιά, δυσεύρετα, μεταχειρισμένα, λεξικά με cd-Rom, λογισμικά βοηθητικά στη μετάφραση, ηλεκτρονικά λεξικά, όπως και η δυνατότητα έρευνας λεξικών σε εκδόσεις εκτός ελλαδικών συνόρων. Επίσης, μέθοδοι διδασκαλίας, διάλογοι, μυθιστορήματα και έργα με θέμα τα λεξικά, βιβλία σχετικά με τη μετάφραση. Ο τομέας των μυθιστορημάτων ενισχύεται μέρα με τη μέρα, ενώ στόχος είναι να δημιουργηθούν στο «Λεξικοπωλείο» δύο μικρά βιβλιοπωλεία, ένα γαλλόφωνο και ένα ισπανόφωνο. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες είναι για να ψάξετε με την ησυχία σας ό,τι σας ενδιαφέρει, ενώ το... μαγαζί κερνάει και καφέ!

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου
22.9.2012

Ψυρρή - Σιδηρουργείο : Απομεινάρι άλλης εποχής

Ο ήχος από το σίδερο που σφυρηλατείται στο αμόνι τραβάει την προσοχή, εκεί στο στενό δρομάκι στου Ψυρρή. Το σιδηρουργείο του Μένιου Λιοφάγου συντηρεί τις μνήμες περασμένων δεκαετιών.

Ο ήχος από το σίδερο που σφυρηλατείται στο αμόνι τραβάει την προσοχή, εκεί στο στενό δρομάκι στου Ψυρρή. Το σιδηρουργείο του Μένιου Λιοφάγου συντηρεί τις μνήμες περασμένων δεκαετιών. «Στο είδος της δουλειάς μας είμαστε μοναδικοί. Μόνο εμείς έχουμε μείνει στην Αθήνα με το καμίνι», λέει ο Μένιος, που μαζί με τον 87χρονο πατέρα του διατηρούν το σιδηρουργείο τους από το 1945. Αναμνήσεις μακρινές, αλλά όχι ξεχασμένες.
Ο Μένιος επιμένει να σφυρηλατεί το πυρακτωμένο σίδερο πάνω στο οικογενειακό ατσαλένιο αμόνι «είναι 500 ετών και το έφερα από το νησί μας, τη Νάξο», λέει περήφανα ο πατέρας του, Μανώλης. «Κάποτε φτιάχναμε σκαπτικά εργαλεία, κομπρεσέρ αλλά και χειροποίητες σιδεριές και παραδοσιακά κάγκελα σε παλιά σχέδια. Ευχαριστιέμαι τη δουλειά μου, την καμαρώνω», λέει ο Μένιος και προσθέτει μελαγχολικά: «Σήμερα η δουλειά μας έχει πεθάνει.
Η περιοχή του Ψυρρή έχει πεθάνει. Είμαι 60 ετών και φτιάχνω μόνο κάποια τσεκουράκια που κλαδεύουν ελιές, έτσι για να περνώ την ώρα μου. Είμαι εδώ από το 1958 , οκτώ χρονών παιδάκι, όταν ήρθα από την Νάξο. Ηταν χρόνια ευτυχισμένα, δεν φοβόσουν τίποτα. Τώρα πρέπει να φύγεις από το μαγαζί πριν σκοτεινιάσει».
Ο κ. Μανώλης, ο πατέρας του Μένιου, ήρθε από την Νάξο και επέλεξε αυτή την περιοχή για να στήσει το σιδηρουργείο του μια και ήταν ναξιώτικη αποικία, αφού πολλά από τα γύρω μαγαζιά ανήκαν σε συγχωριανούς του. Ο Μένιος κοντά του έμαθε την τέχνη και έως τώρα συνεχίζει να ανάβει το καμίνι για να δουλέψει το σίδερο. Τι θυμάται από τα παλιά; «Τον γαλατά με το ποδήλατο, τον μανάβη με το γαϊδουράκι, τον σαλεπιτζή, τις βόλτες με το τραμ».
  • Χριστοκοπίδου 8, Ψυρρή, Αθήνα, 210-3212105.
Nίκη Mηταρέα
nmitarea@pegasus.gr
ΦΩTOΓΡAΦIΕΣ: Χάρης Γκίκας
gikas@pegasus.gr

Πηγή ΕΘΝΟΣ
11.12.11

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Κάνοντας "σούμα" την παράδοση

Μόνο στη Χίο δημιουργείται απόσταγμα από σύκα, η περίφημη σούμα. Η ανάμειξή της με διάφορα φρούτα προσδιορίζει την ονομασία της, αλλά και της χαρίζει τον μοναδικό αρωματικό της χαρακτήρα. Η απόσταξή της θεωρείται μέγιστο κοινωνικό γεγονός και μεγάλη χαρά, κάτι που οι, Λευτέρης Μήτσος, Γιάννης Σαλαγάρας, Σαράντης Φλωράδης και Γιάννης Αργυρούδης βιώνουν εκ των ένδον.

Το παραδοσιακό ποτό της Χίου, η σούμα, γίνεται με βάση τα...
αποξηραμένα σύκα. Μόνο εδώ και σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας. Η απόσταξή της είναι μια γιορτή στην οποία όλοι είναι καλεσμένοι. Μια παράδοση αιώνων, ένα ανοιχτό κάλεσμα σε φίλους, επισκέπτες και ξένους που μπορούν να παρακολουθήσουν τη διαδικασία σε κάποιο από τα δεκάδες νεμπικαριά, ξετυλίγοντας το γαϊτανάκι της ίδιας της ζωής έτσι όπως την αντιλαμβάνονται ακόμα οι νησιώτες.

Kάθε χρόνο από τα τέλη Οκτωβρίου έως λίγο πριν τα Χριστούγεννα, οι Χιώτες κινούνται σε ρυθμούς σούμας, παρασέρνοντας στο διάβα τους ολοένα και περισσότερους θιασώτες του γλεντιού. Αυτήν την περίοδο -η ακριβής έναρξη της οποίας δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως- όσοι διαθέτουν αποστακτήρια παίρνουν το λεγόμενο "πιστοποιητικό αμπελοκτημοσύνης" από τον δήμο και στη συνέχεια την άδεια απόσταξης από το τελωνείο Χίου, για να πραγματοποιήσουν την ετήσια παραγωγή σούμας.

Οι ιδιοκτήτες των αποστακτήρων διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που διαθέτουν επαγγελματική άδεια και "κάνουν" σούμα για δύο μήνες και στους ερασιτέχνες όπου τους εκδίδεται μία άδεια για 48 ώρες. "Στον Αϊ-Γιώργη τον Συκούση, υπάρχουν εικοσιπέντε αποστακτήρια καταγεγραμμένα στο τελωνείο, εκ των οποίων τα τρία λειτουργούν επαγγελματικά", αναφέρει ο Λευτέρης Μητσός, 30 χρονών σήμερα, έχοντας όμως ήδη εμπειρία 15 χρόνων καθώς συνεχίζει την παράδοση από τον πατέρα του, Μιχάλη.

"Το αποστακτήριο μας χρονολογείται από το 1947 και φέρνουν εδώ τα σύκα τους κυρίως από το χωριό αλλά και από άλλα μέρη της Χίου, καθώς έχουμε μια ιδιαίτερη φήμη για την καλή μας σούμα. Αλλωστε η περιοχή μας ήταν ανέκαθεν τόπος με πολλές συκιές, εξ ου και η ονομασία του χωριού, Αϊ-Γιώργης ο Συκούσης".

Η γεύση ενός νησιού
Ας μάθουμε λοιπόν τα μυστικά της σούμας από τους ειδικούς. "Αφού μαζέψουμε τα σύκα τον Αύγουστο, τα αφήνουμε να ξεραθούν στον ήλιο περί τις 20 με 25 μέρες τον Σεπτέμβριο. Στα μέσα Οκτωβρίου μεταφέρονται προς τα αποστακτήρια. Εκεί τοποθετούνται σε βαρέλια με νερό και μικρή ποσότητα μαγιάς, όπου παραμένουν για δύο εβδομάδες ώστε να δημιουργηθούν οι μύκητες και να γίνει η ζύμωση.

Ακολουθεί η διαδικασία της απόσταξης: βάζουμε τα σύκα σε χάλκινους άμβικες, καζάνια δηλαδή, τα οποία βράζουν τρεις έως τρεισήμισι ώρες. Εδώ πρέπει να πούμε ότι μαζί με τα σύκα βάζουμε και διάφορα αρωματικά φρούτα, όπως μήλα, πορτοκάλια μανταρίνια, κυδώνια καθώς επίσης και μικρή ποσότητα μαστίχας. Τα σουμάρουμε δηλαδή, τα κάνουμε όλα μαζί ένα μείγμα", συμπληρώνει ο κ. Μητσός.

Όσα περισσότερα αποστακτήρια επισκεφθεί κάποιος τόσο περισσότερα θα μάθει, αρκεί να δείξει μία μικρή εγκράτεια καθώς τα κεράσματα πληθαίνουν όσο περνάει η ώρα. Η μία καζανιά διαδέχεται την άλλη και ο κάθε παραγωγός θέλει να δοκιμάσουν οι παριστάμενοι την παραγωγή του.

Όλα αυτά συμβαίνουν συνήθως υπό τη συνοδεία μουσικής που αποτελείται από κιθάρα, μπουζούκι και κλαρίνο ενώ πολλά γλέντια συμπεριλαμβάνουν από τουμπερλέκια έως ακορντεόν. Χοροί στήνονται στις αυλές που συχνά επεκτείνονται στους δρόμους ή στα χωράφια.

Στο παρακείμενο αποστακτήριο του παλαιότερου Γιάννη Σαλαγάρα, επιβραβεύθηκε η περιέργεια μας.
"Να ξέρεις ότι το 90% των Χιωτών πίνουν τη σούμα με γλυκάνισο η οποία της δίνει μια πιο διακριτική γεύση. Αυτοί που τη φτιάχνουν χωρίς γλυκάνισο και την προτιμούν πιο δυνατή, είναι στη βορειόχωρα (βόρεια χωριά της Χίου).

Για να γίνει η σούμα βάζουμε σύκα από διάφορα σόγια. Το κονταρούδι που είναι πιο αποδοτικό γιατί βγάζει πολύ χυμό, αλλά και όλα τα φαγώσιμα που λέμε, όπως το καρόσικο, το μαυρόσυκο, το μακροκράτουνο.

Στα μεγάλα καζάνια που χωράνε 130 κιλά, τα 70 κιλά είναι σύκα και τα υπόλοιπα άλλων λογιών φρούτα που θα δώσουν και το άρωμα που προτιμάει ο καθένας. Η ποσότητα της σούμας που θα βγει μετά την απόσταξη είναι περίπου 20 κιλά. Σε κάθε σπίτι στη Χίο πρέπει να βρίσκεται. Να έχει εκεί πέρα ο νοικοκύρης, για να κερνάει".
 
Στα Μεστά -πρόκειται για το πιο καλοδιατηρημένο μεσαιωνικού τύπου μαστιχοχώρι της Χίου- παρευρεθήκαμε στα αποστακτήρια του Σαράντη Φλωράδη και του Γιάννη Αργυρούδη τα οποία χρονολογούνται από την τουρκοκρατία. Αμφότεροι δίνουν το στίγμα:

"Είμαστε οι συνεχιστές μιας παράδοσης που βρήκαμε από τους παππούδες των παππούδων μας. Ολοι θα πρέπει να στηρίξουν αυτή την προσπάθεια έτσι ώστε να μη σβήσει η ιστορία μας. Η πολιτεία πρέπει να πρωτοστατήσει. Όσο για εμάς, κάθε φορά που βγάζουμε τη σούμα είναι μία γιορτή. Οσοι περάσουν από εδώ, θα πιουν και θα φάνε το βρισκούμενο.

Όλους τους καλοδεχόμαστε και τον Αύγουστο που έχει πολύ κόσμο στα Μεστά παίρνουμε ειδική άδεια για μία ημέρα και πραγματοποιούμε απόσταξη κατά τη διάρκεια εορτασμού που γίνεται στην πλατεία. Επιτόπου γανώνουμε που λέει και η παροιμία!", καταλήγουν οι δύο μερακλήδες.

Αφορμή για πανηγύρι
Το ποτό της ευτυχίας
"Τι ψυχικός πλούτος φανερώνεται εκεί και πόσο είναι θαυμαστό με όλη την πρωτόγονη και στερημένη ζωή τους να αισθάνονται οι άνθρωποι αυτοί την ευ-λογία της ποιήσεως, σαν κάτι αυτονόητο και απαραίτητο στη ζωή", έγραφε εν έτη 1935 η Αυστριακή Ηedwig Ludeke, επισκεπτόμενη τον Αϊ- Γιώργη του Συκούση, ένα εντυπωσιακό καστροχώρι, 11 χλμ. βόρεια της πόλης της Χίου. Σκοπός της ήταν να καταγράψει τα δημοτικά τραγούδια του νησιού, κάτι που κατάφερε συμμετέχοντας σε επίσημους εορτασμούς ή αυτοσχέδια γλέντια στο νησί. Τι ευτυχία, πραγματικά για όλους όσοι έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στις παρεΐστικες γιορτές που στήνονται για δύο μήνες με αφορμή την απόσταξη της σούμας και συνεχίζονται για όσο το ποτό αυτό υπάρχει στα μπουκάλια.


Πηγή: Έθνος
29-30.10.11

ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΚΟΣ
thikakos@gmail.com
ΦΩTOΓΡAΦIEΣ: ΚΛΑΙΡΗ ΜΟΥΣΤΑΦΕΛΛΟΥ
www.moustafellou.com

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Λατέρνα, Τέχνη και μεράκι

Στα χρόνια του Blue Ray, του MP3 και του YouTube, η «γλυκόλαλη αλήτισσα του δρόμου» τραγουδάει ακόμα. Ο Πάνος Ιωαννίδης επιμένει νοσταλγικά και βγάζει από το χρονοντούλαπο την «πλουμιστή κυρά» με τον μεταλλικό μελωδικό ήχο. Στο εργαστήρι του, στη Νέα Γωνιά Χαλκιδικής, μαζί με τα χειροποίητα, επαγγελματικά πιάνα, κατασκευάζει και λατέρνες.

Στη δεκαετία του '80, ο Πάνος Ιωαννίδης έκανε δώρο γενεθλίων στην Κωνσταντινουπολίτισα γιαγιά του έναν δίσκο με τίτλο «Τα ωραία Ταταύλα», με συλλογές μελωδιών παιγμένων από λατέρνα. «Παρότι είχε αρθριτικά και δυσκολευόταν να κάνει ακόμη και τα απαραίτητα, την είδα να τινάζεται σαν να τη χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα», μας διηγείται. Το συναίσθημα που ένιωσαν και οι δύο ήταν η αφορμή για τον νεαρό τότε μηχανολόγο και χορδιστή πιάνων για να αναγεννήσει το μαγικό μουσικό κουτί, πάνω από μισό αιώνα μετά το πέρασμά του στην Ιστορία.

Κάποιος συλλέκτης ήρθε γρήγορα να του ενισχύσει αυτό το ερέθισμα, όταν του ζήτησε να ανακατασκευάσει μια παλιά λατέρνα. «Ξέροντας ότι πρόκειται για την "ξαδέλφη" του πιάνου, όπου αντί για πλήκτρα είχε μεταλλικά καρφιά τοποθετημένα σε ξύλινο κύλινδρο, θεώρησα ότι ήταν κάτι εύκολο, αλλά διαψεύστηκα. Μου πήρε δέκα ολόκληρα χρόνια και ατέλειωτη μελέτη για να αντιληφθώ πλήρως την πολύπλοκη λειτουργία της και να κατασκευάσω την πρώτη ολοκληρωμένη λατέρνα, το 1997», λέει.
Κινήσεις ακριβείας
Οι παραγγελίες που δέχεται από τότε κρατούν ζωντανό το μεράκι του, που έχει εξελιχθεί σε επάγγελμα. Για κάθε όργανο ξοδεύει 6 μήνες λεπτοδουλειάς. Τοποθετεί με ακρίβεια 0,1 χιλιοστού πάνω στον ξύλινο κύλινδρο, τα 7 με 8 χιλιάδες καρφιά που απαιτούνται για τη σύνθεση των 9 τραγουδιών. Αυτά θα χτυπούν στις χορδές κατά την περιστροφή του κυλίνδρου και η παραμικρή απόκλιση μπορεί να καταστρέψει τη σύνθεση. Δεξιότερα ή αριστερότερα θα «χαθεί» η νότα. Πιο ψηλά ή πιο χαμηλά θα αλλάξει ο χρόνος που πρέπει αυτή να ακουστεί. Αν ένα καρφί βυθιστεί ελάχιστα πιο μέσα ή έξω από όσο πρέπει θα αλλοιωθεί η ένταση, ενώ μια παρέκκλιση στη γωνία καρφώματος μπορεί να αλλάξει τον χρονισμό της μελωδίας.

Οι πελάτες είναι κατά κανόνα άνθρωποι μέσης οικονομικής επιφάνειας και υψηλού μορφωτικού επιπέδου, που βλέπουν στη λατέρνα ό,τι και ο ίδιος: Ενα έργο Τέχνης, ένα μεγαλοφυές ανθρώπινο δημιούργημα άλλων εποχών, που είχε ξεπεραστεί ήδη με την εφεύρεση του γραμμοφώνου, αλλά δεν παύει να μιλά στις ψυχές των ανθρώπων. «Το βλέπουν ως επένδυση σε ένα συλλεκτικό αντικείμενο με ιδιαίτερη αξία. Σαν να αγοράζουν έναν πίνακα ζωγραφικής», σημειώνει και θυμάται τη χαρακτηριστική περίπτωση ενός ηλικιωμένου που παρήγγειλε μια λατέρνα για να την κάνει δώρο στη σύζυγό του για τα 50 χρόνια γάμου τους.


Με σπουδές μηχανολόγου στην Αγγλία και ειδίκευση ως τεχνικός - χορδιστής πιάνων σε Αγγλία και ΗΠΑ, αλλά και ατελείωτες ώρες μελέτης και πειραματισμών στην «καρδιά» των μουσικών οργάνων, ο Πάνος Ιωαννίδης είναι ένας από τους ελάχιστους Ευρωπαίους που σε συνεργασία με Αμερικανούς τεχνίτες έχει επαναφέρει την τέχνη της κατασκευής χειροποίητου πιάνου στο μικρό εργαστήριο. «Το όργανο αυτό ενσωματώνει τη γνώση 300 ετών, η οποία όμως σταμάτησε να εξελίσσεται πριν από 120 χρόνια, με την υιοθέτηση τεχνικών μαζικής παραγωγής. Σήμερα ο απόλυτος κυρίαρχος της κατασκευής του οργάνου είναι η Κίνα, που το παράγει και το πουλά σε τεράστιες ποσότητες σε όλο τον κόσμο. Η εξέλιξή του, όμως, βρίσκεται ακόμη στην εφηβεία και σκαλίζοντάς την ανακαλύπτεις έναν νέο υπέροχο κόσμο», λέει με ενθουσιασμό. Η ανταπόκριση όσων γνωρίζουν την αξία ενός φίνου, χειροποίητου οργάνου, τον δικαιώνει.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΓΝΑΤΙΑΔΗΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΧΡΥΣΑ ΝΙΚΟΛΕΡΗ

Πηγή ΕΘΝΟΣ
11.3.2012

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ηταν κάποτε το ΠΙΛ ΠΟΥΛ (Πιλοποιείο Ηλία Πουλόπουλου)



Εικόνα απο το παρελθόν. Γωνιές της Αθήνας που εξαφανίστηκαν στη δίνη του χρόνου και χώροι που άλλαξαν χρήση. Η αίθουσα σήμερα έχει μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για τον πολιτισμό υπό τη σκέπη του Δήμου Αθηναίων.

Εικόνα απο το παρελθόν. Γωνιές της Αθήνας που εξαφανίστηκαν στη δίνη του χρόνου και χώροι που άλλαξαν χρήση. Η αίθουσα σήμερα έχει μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για τον πολιτισμό υπό τη σκέπη του Δήμου Αθηναίων.
Το παλιό πιλοποιείο στο Θησείο έγινε γνωστό ως «ΠΙΛ -ΠΟΥΛ», την εποχή που οι Αθηναίοι δεν κυκλοφορούσαν ασκεπείς. Ηταν τα χρόνια που οι μηχανές λειτουργούσαν ακόμη στη συμβολή των οδών Θεσσαλονίκης και Ηρακλειδών, δίπλα στις ράγες του ηλεκτρικού. Ιδρυτής ο Ηλίας Πουλόπουλος (1850 -1930), που κάποια εποχή είχε 250 εργαζόμενους.
Εξαιρετικό δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, το εργοστάσιο βίωσε την ιστορική εξέλιξη της πόλης. Στους τοίχους του αποτυπώθηκαν ακόμα και οι σφαίρες απο τα Δεκεμβριάνα. Από το 1988 πέρασε στη δημοτική Αρχή, ανακαινίστηκε και άνοιξε για το κοινό.

Πηγή ΕΘΝΟΣ
 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Παραδοσιακά επαγγέλματα : Τροχιστής μαχαιριών - Επιστροφή στο μέλλον

Ακονιστής - Φωτό : Αγονη γραμμή
O τροχιστής μαχαιριών και ψαλιδιών είναι μια από τις πολλές τέχνες που άνθισαν τις περασμένες δεκαετίες πριν αρχίσουν σιγά σιγά να εξαφανίζονται την εποχή της ευμάρειας, όταν τα παλιά εργαλεία παραμερίζονταν με ευκολία για να αντικατασταθούν με καινούργια.




«Με την κρίση έχει ανέβει το τρόχισμα. Ο κόσμος επισκευάζει πλέον τα ψαλίδια και τα μαχαίρια του», λέει ο Γιάννης Κοντοπίδης, τέταρτη γενιά στο τιμόνι της εταιρείας που ίδρυσε το 1926 ο προπάππους του, Μανώλης. «Είχε χυτήριο κοπτικών εργαλείων στην καρδιά της Αθήνας Κολοκοτρώνη και Αιόλου. Ελιωνε το μέταλλο που έμπαινε σε καλούπια και έπαιρνε διαφορετικής μορφής ψαλίδια. Είμαστε οι μοναδικοί στην Αθήνα στην κατασκευή ψαλιδιών», θυμάται την οικογενειακή ιστορία και συνεχίζει: «Το χυτήριο λειτούργησε μέχρι το 1959 οπότε και ο πατέρας μου, που είχε αναλάβει την επιχείρηση, ξεκίνησε την εισαγωγή γερμανικών ψαλιδιών και μαχαιριών Solingen. Σήμερα διαθέτουμε μια πλούσια γκάμα σε είδη ραπτικής».
Την εποχή εκείνη οι ράφτρες, οι κουρείς, οι κομμώτριες και οι χασάπηδες ήταν οι σταθεροί πελάτες που έκαναν παραγγελίες αλλά και πήγαιναν για τρόχισμα τα εργαλεία της δουλειάς τους. «Το κόστος παραγωγής, το ακριβό μέταλλο και τα εργατικά οδήγησαν την επιχείρηση στην επιλογή των εισαγόμενων.

Το τρόχισμα όμως, μια τέχνη που έχει οικογενειακή παράδοση, παραμένει σταθερό», υποστηρίζει ο Γ. Κοντοπίδης. Το τροχείο βρίσκεται στην Κολοκοτρώνη από τις αρχές του 1960. «Τα μικρά εργαστήρια και οι οικοτεχνίες που είχαν σταματήσει τα τελευταία χρόνια ξεκινούν πάλι. Τα ψαλίδια ραπτικής "παίρνουν φωτιά" στις σχολές ραπτικής που έχουν ανοίξει καινούργια τμήματα, αφού πολλοί νέοι, πλέον, στρέφονται εκεί», καταλήγει ο Γ. Κοντοπίδης.


  • Εμμ. Κοντοπίδης, Ψαλίδια & κοπτικά είδη, Κολοκοτρώνη 49, Αθήνα, τηλ: 210-3223285
Nίκη Mηταρέα
nmitarea@pegasus.gr
ΦΩTOΓΡAΦIΕΣ: Χάρης Γκίκας
gikas@pegasus.gr

 Πηγή ΕΘΝΟΣ
12.2.2012

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Στα βήματα της παλιάς Κρήτης (Εργαστήριο στιβανιών)



Οι λεβέντικες κρητικές μπότες, τα περίφημα στιβάνια, που φτιάχνονται στο χέρι, μοναδικές σαν τους κατόχους τους, τείνουν να εκλείψουν. Eνα από τα τελευταία εργαστήρια βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή των Σφακίων, στο χωριό Ασκύφου. Εκεί, ο Ιερώνυμος Γιαλεδάκης συνεχίζει την παράδοση του θείου του, Νίκου Γιαλεδάκη, και μαζί μας ξεναγούν σε αυτό την ιδιαίτερη τέχνη.

Στο μοναδικό εργαστήρι που συνεχίζει να φτιάχνει αυθεντικά στιβάνια στο δυτικό τμήμα του Νομού Χανίων, βρίσκεται στ' Ασκύφου. Σε αυτό το χωριό των Σφακίων που βρίσκεται 50 χλμ. από τα Χανιά και σε υψόμετρο 750 μέτρων, έμαθε την τέχνη του στιβανά ο Νίκος Γιαλεδάκης, ονομαστός σε όλη την περιοχή ως Γιαλές.
«Πρωτοξεκίνησα το 1945 δίπλα σε μαστόρους. Τότε κάθε χωριό είχε 2-3 τσαγκαράδικα που φτιάχνανε στιβάνια για τους βοσκούς. Τα βουνά ήτανε γεμάτα από δαύτους. Ερχόντανε με τα πόδια τέσσερις-πέντε ώρες δρόμο, τα παραγγέλνανε, τους έπαιρνα τα μέτρα και φεύγανε. Υστερα από μερικές μέρες επέστρεφαν κι αν δεν τα είχα έτοιμα, πίνανε καμιά τσικουδιά στο καφενείο ώσπου να περάσει η ώρα και να τους τα δώσω για να φύγουν πάλι στα κοπάδια τους. Οταν είχανε κουρά (το κούρεμα των προβάτων στα μαντριά), πήγαινα κι εγώ καμιά φορά στα μιτάτα τους και γλεντούσαμε όμορφα. Είναι ωραία η ζωή των βοσκών. Ανεξάρτητη. Δεν ανήκουν σε κανέναν. Σήμερα όμως πάνε να αφανίσουν την κτηνοτροφία. Εχει "φτηνίσει" η παραγωγή. Με κακή όρεξη είναι οι βοσκοί που κρατούν ακόμα. Εδώ πας στα Λευκά Ορη και καταναλώνουν ευρωπαϊκά τυριά οι ανθρώποι». Αδιανόητα πράγματα για τον ηλικιωμένο της ζωής, η καθάρια του σκέψη όμως είναι αληθινή και πέρα για πέρα επίκαιρη. Ας επιστρέψουμε όμως στα στιβάνια.


Η ονομασία τους προέρχεται από την ιταλική λέξη stivale, που σημαίνει μπότα, απομεινάρι της μακράς περιόδου της ενετοκρατίας στα Χανιά (1204 - 1669). Ταίριαξε ιδανικά ως υπόδημα στους κατοίκους της Κρήτης, καθώς ήταν ανθεκτικό, από δέρμα βοδινό, αδιάβροχο και «κρατούσε» το πόδι στα κακοτράχαλα και δύσβατα βουνά. «Τα αυθεντικά στιβάνια είναι χειροποίητα» συνεχίζει ο κ. Γιαλεδάκης και συμπληρώνει: «Χρειάζεσαι τρεις με τέσσερις μέρες για να τα φτιάξεις. Παλιά δούλευα 15 ώρες το 24ωρο, ειδικά το φθινόπωρο, που οι κτηνοτρόφοι κάνανε τις προετοιμασίες τους. Σήμερα κάνουμε κυρίως σχολιάτικα στιβάνια, δηλαδή για γάμους, χορευτικούς συλλόγους και τέτοια. Αλλάξανε οι εποχές. Μετά, ζητάγανε κι οι τουρίστες. Ο τόπος εδώ είναι "περάστρα" και στο διάβα τους ερχόντουσαν μέσα, βλέπανε να δουλεύουμε και θέλανε κι αυτοί. Εχω πάνω από μισό αιώνα σ' αυτήν τη δουλειά. Την αγάπησα όπως αγαπώ τον τόπο. Από τότε που έκανα δικό μου μαγαζί εδώ στ' Ασκύφου δεν το εγκατέλειψα ποτέ».


Ο συνεχιστής της παράδοσης
Ευτυχώς που η παράδοση συνεχίζεται μέσω του ανιψιού του Ιερώνυμου Γιαλεδάκη κι έτσι μπορεί όλος ο κόσμος που ενδιαφέρεται για τα στιβάνια να έχει ένα σημείο αναφοράς. Επιπλέον, και πιο σημαντικό, πρόκειται για το μοναδικό μαγαζί με αυθεντικά στιβάνια σε μία έκταση 880 τετ. χιλιομέτρων.
Το γαζωμένο δέρμα μπαίνει στο καλούπι-εξομοίωση του ποδιού, το επονομαζόμενο ''γαμπάλι'' και το αφήνουμε εκεί για ένα εικοσιτετράωρο περίπου. Κατόπιν καρφώνουμε τον πρώτο πάτο. Στη συνέχεια αφαιρούμε τις πρόκες και κολλάμε από κάτω τον δεύτερο πάτο, που είναι από πετσί, πάχους σχεδόν ενός πόντου, το οποίο στερεοποιούμε με ξυλόπροκες. Παλιά χρησιμοποιούσαν τις λεγόμενες προκαδούρες ή αλλιώς βιδόπροκες ενώ για σόλα τοποθετούσαν συχνά και λάστιχα αυτοκινήτου, παλιάς τεχνολογίας χωρίς σύρματα)».
Κάθε ζευγάρι στιβάνια είναι μοναδικό, σαν τον κάτοχο του. Είναι, άνετα, αδιάβροχα και ανθεκτικά, «βαριέσαι να τα φοράς», όπως μας τόνισαν χαρακτηριστικά κάποιοι άνθρωποι από εκεί. Συνεπώς, το κόστος των διακοσίων ευρώ, δικαιολογεί το μεράκι που απαιτείται γι' αυτήν τη δουλειά αλλά και την υπομονή που επιδεικνύει σήμερα ο Ιερώνυμος και παλαιότερα ο Νίκος Γιαλεδάκης.

Ιδιαίτερης προσοχής αξίζει το ότι τα στιβάνια είναι τόσο ενταγμένα στην παράδοση και την ιστορία της Κρήτης, που πολλές φορμές έχουν αποτελέσει αφορμή για μαντινάδες.
ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΚΟΣ
thikakos@gmail.com
ΦΩTOΓΡAΦIEΣ: ΚΛΑΙΡΗ ΜΟΥΣΤΑΦΕΛΛΟΥ
http://www.moustafellou.com/

Πηγή ΕΘΝΟΣ
8.1.12

ShareThis